«Η Ελλάδα χρειάζεται μια κυβέρνηση η οποία θα συνεχίσει να κρατά σταθερά το τιμόνι της χώρας. Για αυτό εμείς διεκδικούμε την αυτοδυναμία», σημειώνει στην εφ’ όλης της ύλης συνέντευξή του στην εφημερίδα «Political» και την Έλλη Τριανταφύλλου, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, προσθέτοντας ότι «αν επικρατήσουν συνθήκες πολιτικής αστάθειας, θα τεθούν σε κίνδυνο οι επιτυχίες όχι μόνο της κυβέρνησης, αλλά ολόκληρου του λαού».
Ο κ. Χατζηδάκης εκτιμά ότι, αν τελικώς η Μαρία Καρυστιανού προχωρήσει στην ίδρυση κόμματος, θα απευθυνθεί αποκλειστικά στους ψηφοφόρους του λαϊκισμού, ενώ για τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα τονίζει ότι δεν είναι νέο πρόσωπο στην πολιτική σκηνή και σε όσες εκλογικές διαδικασίες έλαβε μέρος, ηττήθηκε συντριπτικά από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης σχολιάζει την πρόσφατη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, ενώ αναλύει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης και ιδιαίτερα τη μάχη κατά της γραφειοκρατίας και του λεγόμενου «βαθέος κράτους».
Τους τελευταίους μήνες, η κυβέρνηση έχει προαναγγείλει σειρά μεγάλων και μικρότερων μεταρρυθμίσεων. Υπάρχει μια εδραιωμένη αντίληψη τις τελευταίες πολλές δεκαετίες ότι οι μεγάλες και κρίσιμες αλλαγές γίνονται στην αρχή του κυβερνητικού βίου και όχι προς τη λήξη του, διότι άπαντες «κατεβάζουν τα μολύβια», φοβούμενοι το πολιτικό κόστος. Ποια είναι η δική σας θέση επ’ αυτού; Μήπως αργήσατε να δρομολογήσετε όσα ήταν στον σχεδιασμό σας για τη δεύτερη τετραετία;
Ακούμε πράγματι από ορισμένους πως τάχα η κυβέρνηση έκανε πολλά την πρώτη τετραετία, αλλά τη δεύτερη σχεδόν τίποτα. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα τελευταία δυόμισι χρόνια έχουμε κάνει πράξη μια σειρά από εμβληματικές μεταρρυθμίσεις. Θα αναφέρω, ενδεικτικά, την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, τα μεγάλα βήματα στον περιορισμό της φοροδιαφυγής, τη θέσπιση της επιστολικής ψήφου, την επέκταση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας, τον νέο δικαστικό χάρτη, τον ψηφιακό φάκελο ασθενούς, τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό. Επιπλέον, οι 25 μεταρρυθμίσεις που είχαμε παρουσιάσει για το β’ εξάμηνο του 2025 έχουν γίνει σχεδόν όλες πράξη. Στο ίδιο πλαίσιο, παρουσιάσαμε μαζί με τον Άκη Σκέρτσο τις 30 βασικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές για το 2026.
Ποια είναι η φιλοσοφία του νομοσχεδίου και με τι κριτήρια επιλέχτηκαν οι αλλαγές που δρομολογούνται;
Η φιλοσοφία του νομοσχεδίου είναι προφανώς να καταστήσει ευκολότερη, λιγότερο γραφειοκρατική δηλαδή και περισσότερο ψηφιακή, την επαφή των πολιτών με τις δημόσιες υπηρεσίες. Προβλέπουμε, για παράδειγμα, ότι τα πιστοποιητικά που ήδη έχει το Δημόσιο δεν θα χρειάζεται να τα προσκομίζουν οι πολίτες. Θα αρκεί μια υπεύθυνη δήλωση. Παράλληλα, θεσπίζουμε διαδικασία για την ψηφιακή ενημέρωσή τους σε σχέση με μια αίτηση που υποβάλλουν, για να μην ψάχνουν στα τηλέφωνα να βρουν τι γίνεται. Επιπλέον, στο νομοσχέδιο περιλαμβάνονται παρεμβάσεις για την υποχρέωση ανάρτησης του ωραρίου των υπηρεσιών στις ιστοσελίδες τους, όπως αντίστοιχα και των εγκυκλίων. Δίνουμε ακόμα τη δυνατότητα επέκτασης του μοντέλου ΕΦΚΑ με τους πιστοποιημένους επαγγελματίες και σε άλλες περιπτώσεις. Ενώ υπάρχουν και ορισμένες διατάξεις που στοχεύουν αφενός στο να μπει ένα τέλος σε παράλογες διεκδικήσεις περιουσιών από το κράτος, με οθωμανικά φιρμάνια, και αφετέρου στην επιτάχυνση της διαδικασίας μεταβίβασης ακινήτων.
Για να καταλήξουμε στις πρωτοβουλίες αυτές, που τονίζω ότι θα είναι άμεσης εφαρμογής, αξιοποιήσαμε παρατηρήσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, προτάσεις βουλευτών, προτάσεις των ίδιων των πολιτών στα ερωτηματολόγια του υπουργείου Εσωτερικών κ.λπ. Ενώ προηγήθηκε φυσικά και συνεργασία με τους συναρμόδιους υπουργούς.
Προφανώς και το είπατε και εσείς, δεν αρκεί ένα νομοσχέδιο για να κερδηθεί η μάχη με το λεγόμενο «βαθύ κράτος». Ποιες είναι οι άλλες πρωτοβουλίες που δρομολογείτε;
Έχουμε την επέκταση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας στο Δημόσιο. Τη μεταρρύθμιση στις πολεοδομίες, με τη μεταφορά τους στο Κτηματολόγιο, το οποίο φέτος θα ολοκληρωθεί παρεμπιπτόντως. Έχουμε ακόμα τη μεταρρύθμιση στον ΟΣΕ, που τρέχει ήδη. Ενώ φέτος θα εφαρμοστεί και το νέο, οριστικό και ψηφιακό σύστημα για τις αγροτικές επιδοτήσεις. Όπως βλέπετε, έχουμε κάνει ήδη μεγάλα βήματα στη μάχη με το «βαθύ κράτος» και είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε. Είναι η υποχρέωσή μας απέναντι στους Έλληνες, οι οποίοι μας ψήφισαν όχι για να συμβιβαστούμε με τα κακώς κείμενα, αλλά για να κάνουμε το κράτος πιο σύγχρονο και πιο ευρωπαϊκό.
Με φόντο την προαναγγελία από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη της έναρξης των διαδικασιών για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, έχει ανοίξει μεγάλη συζήτηση για την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο. Πιστεύετε ότι έχουν ωριμάσει οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες για μια τέτοια αλλαγή;
Η σύνδεση της αξιολόγησης με τη μονιμότητα δεν είναι απλώς ένα αίτημα των πολιτών. Είναι κάτι που θεωρώ ότι το υποστηρίζουν και οι ευσυνείδητοι δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι εργάζονται σκληρά, ακόμα και Σαββατοκύριακα. Η μονιμότητα θεσπίστηκε πριν από παραπάνω από έναν αιώνα και υπό τελείως διαφορετικές συνθήκες. Σήμερα η Ελλάδα αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα στο συγκεκριμένο ζήτημα. Μπορεί άραγε η κακή επίδοση ενός δημόσιου υπαλλήλου να οδηγεί τις περισσότερες φορές απλά σε σεμινάρια επιμόρφωσής του; Θα κοιτάξουμε τους πολλούς, ανυπεράσπιστους Έλληνες ή θα προχωρήσουμε με μια καθαρά συντεχνιακή λογική; Για εμάς η απάντηση είναι ξεκάθαρη.
Πώς αποτιμάτε τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν;
Με την Τουρκία θέλουμε ήρεμα νερά, αλλά ταυτόχρονα ενισχύουμε έμπρακτα την αποτρεπτική ισχύ και τη διεθνή θέση της χώρας μας. Όλοι θυμόμαστε τις εντάσεις του 2020-2021 και την εργαλειοποίηση του Μεταναστευτικού στον Έβρο και σίγουρα κανείς δεν επιθυμεί να επιστρέψουμε σε εκείνη την κατάσταση. Πλέον έχει σημειωθεί μια κάποια πρόοδος και υπάρχει μια καλύτερη συνεργασία στο Μεταναστευτικό, ενώ το ειδικό καθεστώς βίζας έχει ενισχύσει την παρουσία Τούρκων επισκεπτών στα νησιά μας. Σε ό,τι αφορά τη μεταξύ μας διαφορά, η ελληνική θέση παραμένει σταθερή και ξεκάθαρη: μοναδικό ζήτημα προς επίλυση είναι η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Και ο δρόμος που προκρίνουμε είναι η υπογραφή συνυποσχετικού και η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Με τα σημερινά δημοσκοπικά ευρήματα, η αυτοδυναμία φαίνεται να είναι από δύσκολη έως απίθανη. Πρόσφατα, μάλιστα, ο πρωθυπουργός δεσμεύτηκε ότι αν ο λαός το κρίνει, θα εκκινήσει τις διαδικασίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας αμέσως μετά τις πρώτες κάλπες. Ούτε, όμως, και ο σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας δείχνει εύκολος με τις σημερινές συνθήκες.
Εμείς, όπως βλέπετε, θέλουμε καθαρούς λογαριασμούς με τους Έλληνες. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης από την άλλη, και το 2023 και τώρα, δεν θέλουν να συνεργαστούν ούτε μεταξύ τους ούτε πολύ περισσότερο με τη Νέα Δημοκρατία. Η Ελλάδα, όμως, χρειάζεται μια κυβέρνηση η οποία θα συνεχίσει να κρατά σταθερά το τιμόνι της χώρας. Για αυτό εμείς διεκδικούμε την αυτοδυναμία. Για να συνεχίσει η Ελλάδα την ανοδική της πορεία και για να συνεχίσει να γίνεται καλύτερη η ζωή των Ελλήνων. Διαφορετικά, αν επικρατήσουν συνθήκες πολιτικής αστάθειας, θα τεθούν σε κίνδυνο οι επιτυχίες όχι μόνο της κυβέρνησης, αλλά ολόκληρου του λαού. Μπορεί να θεωρείται δύσκολη η αυτοδυναμία με τα σημερινά δεδομένα, αλλά μην ξεχνάτε ότι το ίδιο δύσκολη θεωρούνταν και το 2023. Και τελικά την πήραμε.
Η πολιτική σκηνή τελεί εν αναμονή ίδρυσης νέων κομμάτων από τη Μαρία Καρυστιανού και πιθανότατα από τον Αλέξη Τσίπρα. Εκτιμάτε ότι είμαστε μπροστά σε σημαντική αναδιάταξη δυνάμεων; Και πόσο μπορεί να αφορά ή να επηρεάσει αυτό τη Νέα Δημοκρατία;
Το καθήκον μας είναι να κάνουμε τη δουλειά μας και όχι να σχολιάζουμε υποθετικά σενάρια. Σε κάθε περίπτωση, η κυρία Καρυστιανού φαίνεται ότι αν αποφασίσει να κάνει κόμμα, θα απευθυνθεί στους ψηφοφόρους των κομμάτων τα οποία κινούνται στον χώρο του λαϊκισμού. Η Νέα Δημοκρατία, από την άλλη, είναι η παράταξη της κοινής λογικής, της σοβαρότητας και της εθνικής ευθύνης. Όσον αφορά δε τον κ. Τσίπρα, δεν αποτελεί καινούργιο πρόσωπο στην πολιτική ζωή του τόπου. Έχει διατελέσει πρωθυπουργός και σε όλες τις τελευταίες εκλογικές διαδικασίες που είχε συμμετάσχει είχε ηττηθεί συντριπτικά από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αν αποφασίσει να κάνει κόμμα, τότε είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει τους συσχετισμούς αποκλειστικά στα όρια της Αριστεράς.











