Το ισχυρότερο «όπλο» για την κάλυψη δαπανών και τεκμηρίων από τους φορολογούμενους αποτελεί η ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών, ωστόσο χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή σε μερικές… λεπτομέρειες στις φορολογικές δηλώσεις οι οποίες οδηγούν κατά περίπτωση σε αυξημένους ή μειωμένους φόρους.
Όπως σημειώνει ρεπορτάζ του Λουκά Αθ. Γεωργιάδη στην εφημερίδα «Political», η δήλωση κεφαλαίου παρελθόντων ετών, επί της ουσίας, αντιστοιχεί στις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις και οι φορολογούμενοι δεν μπορούν να επικαλούνται… γενικώς και αορίστως διάφορα ποσά, ανάλογα με το πώς… βολεύονται. Εξυπακούεται ότι τα ποσά αυτά πρέπει να είναι δηλωμένα και φορολογημένα κατά το παρελθόν, καθώς σε διαφορετική περίπτωση δεν μπορούν να δικαιολογηθούν για την κάλυψη αγορών και τεκμηρίων.
Τα σημεία SOS
1. Ο φορολογούμενος μπορεί να ανατρέξει σε βάθος πολλών ετών (πχ 2000-2024) και να «ανακαλύψει» συσσωρευμένο κεφάλαιο. Αν όμως σταματήσει κάπου (πχ στοιχεία μέχρι το 2015), τότε σε μια μελλοντική δήλωση δεν μπορεί να επικαλεστεί ανάλωση κεφαλαίου από το 2010.
2. Για κάθε έτος προστίθενται τα πραγματικά εισοδήματα από μισθούς, ενοίκια, μερίσματα, πωλήσεις μετοχών, κέρδη από τυχερά παιχνίδια και δωρεές και από το συνολικό ποσό αφαιρούνται τα τεκμήρια διαβίωσης για οικίες, αυτοκίνητα, πισίνες, οικιακές βοηθούς και λοιπές δαπάνες.
3. Αν σε κάποιο έτος από αυτά που εξετάζονται τα τεκμήρια ήταν υψηλότερα από το εισόδημα του φορολογουμένου, τότε το ποσό αυτό αφαιρείται από το συνολικό κεφάλαιο. Σημειώνεται ότι πολλοί φορολογούμενοι κάνουν το λάθος να πιστεύουν ότι απλώς προσθέτουν τα καλά έτη, αλλά η Εφορία βλέπει τη συνολική εικόνα.
4. Η εγγραφή του ποσού που αφορά ανάλωση κεφαλαίου παρελθόντος ετών γίνεται στους κωδικούς 787-788 και χρησιμοποιείται για την κάλυψη της διαφοράς. Αν το 2025 έγινε αγορά ενός ακριβού αυτοκινήτου και δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματα του έτους, τότε ο φορολογούμενος μπορεί να επικαλεστεί το απόθεμα παρελθόντων ετών, προκειμένου να αποφύγει πρόσθετη φορολόγηση 22%-44%. Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η Εφορία μπορεί να καλέσει τον φορολογούμενο για έλεγχο, οπότε πρέπει να έχει διαθέσιμα τα εκκαθαριστικά όλων των ετών που επικαλέστηκε.
Αν σε κάποιο από τα ενδιάμεσα έτη ο φορολογούμενος ήταν «αρνητικός» (δηλαδή τα τεκμήριά του ήταν μεγαλύτερα από το εισόδημά του), τότε αυτό το αρνητικό ποσό αφαιρείται από το συνολικό κεφάλαιο που προσπαθεί να σχηματίσει. Όμως, πρέπει να αποδεικνύεται ότι η ανάλωση πρέπει να είναι συνεχόμενη προς τα πίσω, μέχρι να συμπληρωθεί το απαιτούμενο ποσό.
Παραδείγματα
1. Φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 10.000 ευρώ το 2025 έχει τεκμαρτό εισόδημα 14.000 ευρώ λόγω α’ κατοικίας, ενός αυτοκινήτου και δαπανών με ηλεκτρονικές αποδείξεις. Αν δεν έχει υπόλοιπο αποταμιεύσεων από τα προηγούμενα έτη, τότε θα φορολογηθεί για τα επιπλέον 4.000 ευρώ και θα πληρώσει φόρο 800 ευρώ. Αν επικαλεστεί ανάλωση κεφαλαίου από τα έτη 2021-2024 (πχ 1.000 ευρώ ετησίως), τότε καλύπτεται, ενώ το ποσό των 4.000 ευρώ θα το δηλώσει στον κωδικό 787 του ηλεκτρονικού εντύπου Ε1.
2. Αν το τεκμαρτό εισόδημα ανέρχεται σε 15.000 ευρώ, αλλά ο φορολογούμενος δηλώσει εισοδήματα 10.000 ευρώ, τότε για τα υπόλοιπα 5.000 ευρώ μπορεί να κάνει χρήση ποσών από τα έτη 2024 και πιο πριν, γλιτώνοντας έξτρα φόρο.
3. Φορολογούμενος αγόρασε το 2025 ένα ακίνητο αξίας 100.000 ευρώ, ενώ το εισόδημά του την περυσινή χρονιά ήταν 20.000 ευρώ. Η Εφορία θα βρει αυτόματα την «τρύπα» των 80.000 ευρώ και θα του ζητήσει να τη δικαιολογήσει. Ο φορολογούμενος ανατρέχει σε δηλώσεις της τελευταίας 15ετίας, αποδεικνύοντας αδιάσειστα ότι ετησίως του περίσσευαν 6.000 ευρώ, «χτίζοντας» ένα απόθεμα 90.000 ευρώ. Έτσι, επικαλούμενος αυτό το κεφάλαιο, δικαιολογεί πλήρως την αγορά χωρίς να πληρώσει επιπλέον φόρο ή να μπλέξει σε έναν… ανεπιθύμητο φορολογικό έλεγχο.












