Τα loot boxes αποτελούν ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα στοιχεία της σύγχρονης βιομηχανίας gaming. Υπολογίζεται ότι αποφέρουν περίπου 15 δισ. δολάρια ετησίως στις εταιρίες τυχερών παιχνιδιών. Έρευνα της Common Sense Media δείχνει μάλιστα ότι ένα στα τρία αγόρια ηλικίας 11–17 ετών στις ΗΠΑ έχει παίξει τυχερά παιχνίδια τον τελευταίο χρόνο, συχνά μέσα από βιντεοπαιχνίδια που περιλαμβάνουν loot boxes ή άλλες ανταμοιβές βασισμένες στην τύχη. Αυτά τα συστήματα μπορούν να κανονικοποιήσουν τον τζόγο, ειδικά όταν προβάλλονται έντονα στα social media ή όταν παίζουν και οι φίλοι τους.
Στη μελέτη συμμετείχαν πάνω από 1.000 αγόρια. Το 36% δήλωσε ότι έπαιξε τυχερά παιχνίδια τον τελευταίο χρόνο. Το ποσοστό αυξάνεται με την ηλικία: 32% στα 11 έτη, 51% στα 16.
Ο ιδρυτής της Common Sense Media, Τζέιμς Π. Στάγερ, σημείωσε ότι ο τζόγος έχει εισχωρήσει στην καθημερινότητα των αγοριών μέσα από τα παιχνίδια, τα social media και την παρέα τους – συχνά χωρίς οι γονείς να το αντιλαμβάνονται. Χωρίς κατάλληλη στήριξη, πολλά παιδιά μπορεί να αναπτύξουν επικίνδυνη σχέση με τον τζόγο, χωρίς να κατανοούν τις συνέπειες.
Ο επικεφαλής της μελέτης, Μάικλ Ροντ, εξήγησε ότι ο τζόγος ενσωματώνεται όλο και περισσότερο στους ψηφιακούς χώρους όπου τα παιδιά περνούν χρόνο. Τα loot boxes μοιάζουν ακίνδυνα, όμως λειτουργούν όπως ένας κουλοχέρης: πληρώνεις, δοκιμάζεις την τύχη σου, δεν κερδίζεις – ξαναδοκιμάζεις.

Τα «παραδοσιακά» τυχερά παιχνίδια
Περίπου το 12,5% των αγοριών συμμετέχουν και σε πιο κλασικές μορφές τζόγου, όπως το online πόκερ, ξοδεύοντας έως και 54 δολάρια τον χρόνο. Η έκθεση στον τζόγο προέρχεται κυρίως από διαφημίσεις στα social media και στα αθλητικά μέσα, αλλά και από την επιρροή της παρέας.
Πότε πρέπει να ανησυχήσουν οι γονείς
Τα παιδιά σπάνια παραδέχονται ότι τζογάρουν – συχνά δεν το αντιλαμβάνονται ούτε τα ίδια. Γι’ αυτό οι γονείς χρειάζεται να παρατηρούν συμπεριφορές που μπορεί να αποτελούν ενδείξεις εθισμού, σύμφωνα με το Child Mind Institute:
– υπερβολική ενασχόληση με στατιστικά αθλημάτων που δεν τα ενδιέφεραν,
– έντονη αναστάτωση για τυχαίους αγώνες,
– χρήματα που λείπουν,
– ξενύχτι,
– παραμέληση γευμάτων ή υγιεινής,
– πτώση σχολικής επίδοσης,
– απόσυρση από δραστηριότητες.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι γονείς πρέπει να συζητήσουν ανοιχτά με το παιδί και να αναζητήσουν τα αίτια.
Επιπλέον, μπορούν να θέσουν όρια δαπανών, να μην αποθηκεύουν στοιχεία κάρτας στα παιχνίδια, να συζητούν για τις αγορές εντός παιχνιδιών και, αν χρειαστεί, να ζητήσουν τη γνώμη ειδικού.

Οι «φάλαινες» και τα «σεντούκια»
Έρευνα των Πανεπιστημίων Χάρβαρντ και Κολούμπια δείχνει ότι τα loot boxes αποφέρουν 15 δισ. δολάρια ετησίως, με το 90% των εσόδων να προέρχεται από μια μικρή ομάδα παικτών — τις λεγόμενες «φάλαινες». Πρόκειται για καταναλωτές που ξοδεύουν υπέρογκα ποσά, ανοίγοντας σεντούκια με τρόπο που θυμίζει τζόγο, κυνηγώντας ανταμοιβές που συχνά ούτε χρειάζονται ούτε πραγματικά επιθυμούν.
Το ρυθμιστικό κενό στην Ελλάδα
Σε χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία τα loot boxes έχουν απαγορευθεί, ενώ στη Βραζιλία απαγορεύεται η πώλησή τους σε ανηλίκους. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμη σχετικό νομικό πλαίσιο, παρά τις πιέσεις οργανώσεων καταναλωτών.
Η ΕΚΠΟΙΖΩ επισημαίνει ότι τα loot boxes είναι πακέτα ψηφιακού περιεχομένου που αγοράζονται με πραγματικά χρήματα, χωρίς ο καταναλωτής να γνωρίζει τι περιέχουν. Σε συνεργασία με άλλες οργανώσεις, ζητά τη διερεύνηση πρακτικών που θεωρούνται παραπλανητικές και εθιστικές, όπως επιθετικό μάρκετινγκ και μηχανισμούς που ωθούν τους παίκτες να ξοδεύουν όλο και περισσότερα.
Στόχος είναι η δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος για παίκτες και καταναλωτές, με μέτρα όπως η απαγόρευση αθέμιτων πρακτικών, η προστασία των ανηλίκων και η διαφάνεια στις συναλλαγές.












