Σε ένα από τα πιο δραστικά πακέτα περικοπών της ιστορίας της προχωρά η Deutsche Welle, με τη μακροβιότερη ελληνική υπηρεσία της –ενεργή για περισσότερα από 60 χρόνια– να βρίσκεται ανάμεσα στα «θύματα» των αλλαγών.
Η απόφαση έρχεται μετά τη μείωση της ομοσπονδιακής επιχορήγησης για το 2026 κατά 10 εκατ. ευρώ, στα 415 εκατ. ευρώ, γεγονός που δημιούργησε συνολικό κενό 21 εκατ. ευρώ λόγω και της μη κάλυψης των μισθολογικών αυξήσεων.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της DW, το Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, το Διοικητικό Συμβούλιο και η διοίκηση του οργανισμού συνεδρίασαν από κοινού για να καταρτίσουν ένα εκτενές πακέτο εξοικονομήσεων.
Στο σχέδιο περιλαμβάνεται η πλήρης διακοπή της ελληνικής υπηρεσίας, καθώς και σημαντικές περικοπές στο δημοσιογραφικό περιεχόμενο άλλων γλωσσών από τις 30 που λειτουργούν σήμερα. Παράλληλα, η γερμανόφωνη δημοσιογραφική παραγωγή συγχωνεύεται με τα μαθήματα γερμανικής γλώσσας, ενώ συνολικά επηρεάζονται περίπου 160 θέσεις πλήρους απασχόλησης – χωρίς, ωστόσο, να προβλέπονται απολύσεις.
Η DW αιτιολογεί το κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον μια σταθερή δημοκρατία, μέλος της ΕΕ, με πολυφωνικό μιντιακό τοπίο. Ωστόσο, η απόφαση δεν ελήφθη χωρίς αντιδράσεις.
Ο πρόεδρος του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, δρ. Καρλ Γιούστεν, δήλωσε πως «λυπούμαστε ιδιαίτερα για το κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας», τονίζοντας ότι για πάνω από έξι δεκαετίες συνέβαλε στην ενίσχυση των γερμανοελληνικών σχέσεων και στη μεταφορά της γερμανικής οπτικής στο ελληνικό κοινό. «Δεν πήραμε αυτή την απόφαση ελαφρά τη καρδία», σημείωσε, αναγνωρίζοντας ότι υπήρξαν διαφωνίες.
Ένας ιστορικός ρόλος που δεν ξεχνιέται
Η ελληνική υπηρεσία της Deutsche Welle δεν υπήρξε απλώς ένα ακόμη ξενόγλωσσο πρόγραμμα. Από την πρώτη της εκπομπή στις 13 Απριλίου 1964, με το χαρακτηριστικό σήμα από την 5η Συμφωνία του Μπετόβεν, μέχρι τα χρόνια της δικτατορίας, αποτέλεσε φωνή ενημέρωσης, αντίστασης και ελπίδας.
Μετά το πραξικόπημα του 1967, η DW αρχικά διατήρησε ουδέτερο ύφος. Όμως το 1969, με πρωτοβουλία του νεαρού τότε δημοσιογράφου Κώστα Νικολάου, η ελληνική εκπομπή μετατράπηκε σε ανοιχτά αντιδικτατορική.
Το άμεσο, επιθετικό ύφος των συντακτών της –Νικολάου, Σχινά, Μαθιόπουλου, Νικολινάκου– σε συνδυασμό με την αγνότητα και την αίσθηση καθήκοντος που εξέπεμπαν, έκανε το πρόγραμμα εξαιρετικά δημοφιλές στην Ελλάδα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που το άκουγαν κρυφά, αναζητώντας μια ρωγμή ελευθερίας μέσα στο καθεστώς.
Η DW έγινε ακόμη και ο «τηλεβόας» του ραδιοφώνου του Πολυτεχνείου, μεταφέροντας σε όλη τη χώρα τα μηνύματα των φοιτητών που εξέπεμπαν από τον μικρής εμβέλειας σταθμό τους.
Περικοπές με γεωπολιτικό αντίκτυπο
Οι νέες περικοπές έρχονται μόλις δύο χρόνια μετά από προηγούμενο πακέτο εξοικονομήσεων 20 εκατ. ευρώ. Ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, δρ. Achim Dercks, προειδοποίησε ότι χωρίς αποκατάσταση της χρηματοδότησης στον προϋπολογισμό του 2027, η DW κινδυνεύει με μακροπρόθεσμη υποβάθμιση της ποιότητας, των τεχνικών υποδομών και της διεθνούς εμβέλειάς της.
Η γενική διευθύντρια Barbara Massing χαρακτήρισε τα μέτρα «εξαιρετικά επώδυνα», σημειώνοντας ότι λαμβάνονται σε μια περίοδο όπου η διεθνής ενημέρωση αποτελεί κρίσιμο πεδίο γεωπολιτικής επιρροής, με Ρωσία και Κίνα να ενισχύουν τα κρατικά τους μέσα ενημέρωσης και τις ΗΠΑ να περιορίζουν την παρουσία τους.
Πέρα από την ελληνική υπηρεσία, περικοπές γίνονται και σε άλλες γλωσσικές εκδόσεις, όπως τα πορτογαλικά για την Αφρική και τα νταρί/παστό για το Αφγανιστάν, ενώ διακόπτονται εκπομπές όπως η ρωσόφωνη σατιρική Zapovednik και το πολιτιστικό Arts Unveiled.
Περισσότερο από το ένα τρίτο των περικοπών αφορά διοικητικές και τεχνικές υπηρεσίες, με αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης για μείωση κόστους και περιορισμό επενδύσεων σε εξοπλισμό, εκδηλώσεις και νέα γραφεία ανταποκριτών.












