Σαν σήμερα 18 Φεβρουαρίου, το 1883, γεννήθηκε ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης. Συχνά με αφορμή επετείους της ζωής ή και του θανάτου του, επανέρχεται ο μεγαλύτερος μύθος που συνοδεύει το όνομά του. Ότι αφορίστηκε από την Εκκλησία. Τι ισχύει όμως;
Ο «αφορισμός» που δεν έγινε ποτέ
Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννημένος στο Ηράκλειο της Κρήτης υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενες μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Το έργο του, βαθιά υπαρξιακό και στοχαστικό, άγγιξε ζητήματα πίστης και ελευθερίας θεματικές που συχνά προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις.
Η αφορμή για τη μεγάλη σύγκρουση υπήρξαν κυρίως τα μυθιστoρήματα «Ο Τελευταίος Πειρασμός» και «Καπετάν Μιχάλης», στα οποία ο συγγραφέας προσεγγίζει με τολμηρό και συμβολικό τρόπο τη μορφή του Χριστού, εστιάζοντας στην ανθρώπινη διάστασή του. Μετά την έκδοση του «Τελευταίου Πειρασμού» το 1955, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εξέτασε το ενδεχόμενο αφορισμού του.
Ωστόσο, ιστορικά τεκμηριωμένο γεγονός είναι πως ο αφορισμός δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Παρά τις εισηγήσεις και τις πιέσεις, δεν εκδόθηκε επίσημη πράξη αφορισμού. Αντίθετα, το Βατικανό εμφανίζεται πιο σκληρό εναντίον του καθώς συμπεριέλαβε το έργο στον Index Librorum Prohibitorum δηλαδή τη «μαύρη λίστα» των απαγορευμένων για το δόγμα βιβλίων, όμως η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος δεν προχώρησε σε αντίστοιχη καταδικαστική πράξη κατά του ίδιου του συγγραφέα.
Η σκληρή ρητορική και το κλίμα της εποχής
Η σκληρή στάση μερίδας της Εκκλησίας στηριζόταν σε απόψεις σαν αυτή του τότε Μητροπολίτη Φλώρινας, Πρεσπών και Εορδαίας Αυγουστίνου Καντιώτη, τον αποκαλούμενο και «Χομεϊνί της Μακεδονίας». Ο ιεράρχης που κυνήγησε αργότερα και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο υπήρξε από τους πιο φανατικούς επικριτές του συγγραφέα, ενώ την ημέρα της κηδείας του προχώρησε σε σφοδρότατες δηλώσεις εναντίον του κάνοντας λόγο για «σκοτεινή μέρα του Ελληνικού Έθνους» για «βλάσφημο» και «υβριστή της Εκκλησίας», καταγγέλλοντας ακόμη και όσους πολιτικούς και πανεπιστημιακούς τίμησαν τη μνήμη του.
Σε ακραίο τόνο, είχε επιτεθεί και στον τότε Μητροπολίτη Κρήτης Ευγένιο Ψαλιδάκη, επειδή επέτρεψε να τελεστεί η εξόδιος ακολουθία, κατηγορώντας την Εκκλησία της Κρήτης ότι «μηδενίστηκε στη συνείδηση της Ορθοδοξίας». Η ρητορική αυτή, αν και δεν συνοδεύτηκε από επίσημο αφορισμό, συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία και εδραίωση του σχετικού μύθου. Αξίζει να σημειωθεί πως τέτοιες τοποθετήσεις εκφράζονταν μακριά από την Κρήτη. Στο νησί, ο Καζαντζάκης ήταν —και παραμένει— πρόσωπο βαθιά αγαπητό.
Η Σουηδική Ακαδημία του αρνήθηκε το Νόμπελ
Ο Καζαντζάκης προτάθηκε 9 χρονιές (1947, 1950, 1951, 1952, 1953, 1954, 1955, 1956 και 1957) για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, όμως η Σουηδική Ακαδημία τον αγνόησε αν και δεν είναι η μοναδική που ευθύνεται γι’ αυτό. Η Ελληνική Πολιτεία, σύμφωνα με αρκετές μαρτυρίες, τορπίλιζε πάντα την υποψηφιότητά του.
Ο Πάτροκλος Σταύρου, θετός γιος της Ελένης, δεύτερης συζύγου του Καζαντζάκη σε άρθρο του στο «Βήμα» τον Οκτώβριο του 2000 με τίτλο: «Όταν δεν τους περίμενα», έγραφε χαρακτηριστικά: «Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’50 η φήμη του Καζαντζάκη άρχισε πλέον να απλώνεται σε όλες τις ηπείρους. Η διεθνής αναγνώριση του διάνοιγε τον δρόμο προς το βραβείο, το οποίον ακοιμήτως ναρκοθετούσε η Ελλάς. Να τον αφήσει να πάρει το Νόμπελ; Αδύνατον. Ακόμα και μυστικούς αστυνομικούς έστελναν τότε στην Αντίμπ (γαλλική πόλη όπου ζούσε ο Καζαντζάκης με τη δεύτερη γυναίκα του Ελένη), οι οποίοι υπεδύοντο τους δημοσιογράφους για να τον κατασκοπεύσουν.
Η ματαίωση της απονομής του Νόμπελ στον Καζαντζάκη υπήρξε σαφώς ελληνικός άθλος. Ευτελές εργαλείο αυτής της ασχημοσύνης ήταν ο Σπύρος Μελάς, συνεργαζόμενος με τον Έλληνα πρέσβη στη Στοκχόλμη, Πίνδαρο Ανδρουλή, ο οποίος δρούσε βάσει οδηγιών από το κέντρο, την Αθήνα. Δεν ήταν δυνατόν να συμβεί διαφορετικά. Τι είχε με τον Καζαντζάκη ο Μελάς; Φθόνο, μίσος, αντιζηλία; Ίσως όλα, και μαζί έχθρα και φοβερή ζήλια».
Το «θρίλερ» με την κηδεία του
Όταν ο συγγραφέας πέθανε το 1957 στη Γερμανία χτυπημένος από λευχαιμία και η σορός του επέστρεψε στην Ελλάδα, η σύζυγός του, Ελένη Καζαντζάκη, ζήτησε να τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στην Αθήνα. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, το αίτημα απορρίφθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, παρά τη μεσολάβηση του τότε πολιτικού ηγέτη Γεωργίου Παπανδρέου.
Το φέρετρο παρέμεινε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες για τη μεταφορά στην Κρήτη. Εκεί, όμως, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Χιλιάδες Κρητικοί κατέκλυσαν το Ηράκλειο. Παραδοσιακά ντυμένοι βρακοφόροι, μαυροντυμένες γυναίκες, φοιτητές που κρατούσαν τα βιβλία, άνθρωποι κάθε ηλικίας έδωσαν το «παρών». Ανάμεσά τους ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης, ο Αλέξης Μινωτής, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Γεώργιος Παπανδρέου.
Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε κανονικά στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, με όλα τα προβλεπόμενα από την Ορθόδοξη Εκκλησία, προεξάρχοντος του Ευγενίου και με τη συμμετοχή ιερέων. Παρά τις πληροφορίες ότι υπήρχε ένταση και φόβος επεισοδίων, η τελετή ολοκληρώθηκε χωρίς προβλήματα.
Οι Κρήτες τον θρήνησαν σαν δικό τους άνθρωπο. Είχαν διαμηνύσει πως δε θα ανεχθούν να βεβηλωθεί η μνήμη του. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, είναι γνωστό πως αρκετοί ήταν αυτοί που παραβρέθηκαν στην κηδεία οπλισμένοι και έτοιμοι να επέμβουν αν χρειαστεί. Ευτυχώς, όμως, δε χρειάστηκε.












