Η πολιτική έχει πάντα κάτι από ποδόσφαιρο. Ρυθμό, ανατροπές, τακτική, αντοχές, πάγκο και εννοείται μεταγραφές. Κυρίως, όμως, έχει αντιπάλους. Γιατί χωρίς αντίπαλο δεν υπάρχει πρωτάθλημα, αλλά φιλικά, που μερικές φορές υπάρχουν απλώς για τη διαχείριση χρόνου και την προετοιμασία για αγώνες-φωτιά εκτός χώρας κι άλλα φιλικά παιχνίδια που οδηγούν σε αδράνεια. Κάπως έτσι μοιάζει σήμερα το πολιτικό σκηνικό, με τη Νέα Δημοκρατία να βαδίζει στον τελευταίο χρόνο της δεύτερης συνεχόμενης κυβερνητικής της θητείας και την Αντιπολίτευση να αδυνατεί να συγκροτήσει πειστικό, σοβαρό και εναλλακτικό πολιτικό λόγο.
- Γράφει ο Στρατής Κοκκινέλλης, φιλόλογος – δημοσιογράφος
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνεχίζει κανονικά τη θητεία του στο Μέγαρο Μαξίμου. Στο εξωτερικό κινείται με άνεση. Οι διεθνείς επαφές, οι γεωπολιτικές ισορροπίες, η οικονομική εικόνα της χώρας στις αγορές συνθέτουν μια εικόνα σταθερότητας. Εκτός συνόρων, το «παιχνίδι» παίζεται με επαγγελματισμό και, συχνά, με επιτυχία.
Εντός, όμως, υπάρχουν σκαμπανεβάσματα. Αρρυθμίες, θέματα καθημερινότητας, κοινωνικές πιέσεις, ακρίβεια, κόπωση μιας διακυβέρνησης που κλείνει ήδη επτά χρόνια. Η κυβέρνηση θυμίζει -τηρουμένων των αναλογιών- τον φετινό ποδοσφαιρικό Ολυμπιακό: ικανός για μεγάλα αποτελέσματα στην Ευρώπη, αλλά με διαστήματα αστάθειας στο εγχώριο πρωτάθλημα.
Η μεγάλη διαφορά; Ο πρωταθλητής Ελλάδος έχει απέναντί του διεκδικητές που παλεύουν επάξια για τον τίτλο. Στην πολιτική, η Νέα Δημοκρατία δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει αντίστοιχη πίεση. Η Αντιπολίτευση δεν καταφέρνει να εκμεταλλευτεί τις κυβερνητικές αδυναμίες. Δεν παράγει συνεκτική πρόταση εξουσίας. Δεν πείθει ότι μπορεί να κυβερνήσει.
Αντί σοβαρής προγραμματικής αντιπαράθεσης παρακολουθούμε σπασμωδικές κινήσεις, εσωτερικές αναζητήσεις και προσωποκεντρικές προσδοκίες. Ως «λύσεις σωτηρίας» προβάλλονται υπό διαμόρφωση πολιτικά εγχειρήματα. Το ενδεχόμενο νέου κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα επανέρχεται στο προσκήνιο ως σενάριο επαναφοράς. Όμως η κοινωνία έχει ήδη κρίνει μια φορά -και μάλιστα διπλά- το πολιτικό του αποτύπωμα.
Από την άλλη, η δυναμική που κάποτε φάνηκε να συγκεντρώνει η Μαρία Καρυστιανού μοιάζει να έχει ξεφουσκώσει αισθητά. Η οργή και η συγκίνηση δεν μεταφράζονται αυτόματα σε πολιτικό σχέδιο. Η πολιτική απαιτεί δομή, οργάνωση, πρόγραμμα και αντοχή στον χρόνο.
Και στο βάθος, πάντα, η ερώτηση για το τι θα πράξει ο Αντώνης Σαμαράς. Θα περιοριστεί σε παρεμβάσεις; Θα επιχειρήσει κίνηση ευρύτερης εμβέλειας; Ή θα λειτουργήσει ως εσωκομματικός πόλος πίεσης; Όλα παραμένουν ανοιχτά, αλλά τίποτα δεν δείχνει -προς ώρας- ικανό να ανατρέψει τους συσχετισμούς.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σκηνικό όπου η κυβέρνηση διατηρεί το προβάδισμα όχι μόνο λόγω των δικών της επιδόσεων, αλλά κυρίως λόγω της αδυναμίας των αντιπάλων της. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο για τη δημοκρατική ισορροπία: όταν η εναλλακτική πρόταση δεν πείθει, η φθορά δεν μεταφράζεται σε απώλεια κυριαρχίας.
Η Νέα Δημοκρατία, όπως και μια μεγάλη ομάδα, μπορεί να έχει κακές εμφανίσεις. Αλλά αν δεν υπάρχει αντίπαλος να την τιμωρήσει, παραμένει πρώτη. Το ερώτημα είναι αν αυτό συνιστά πολιτική υπεροχή ή απλώς έλλειψη ανταγωνισμού.
Γιατί σε μια υγιή δημοκρατία το «πρωτάθλημα» δεν κρίνεται μόνο από τον πρωτοπόρο. Κρίνεται από τη δύναμη εκείνων που μπορούν να τον αμφισβητήσουν.











