Η Ζωή Κωνσταντοπούλου είναι μια πολιτικός με έντονη δημόσια παρουσία και διαρκή σύγκρουση με το πολιτικό σύστημα. Παράλληλα όμως, από το 2015 έως σήμερα έχουν καταγραφεί δημόσιες καταγγελίες, μηνυτήριες αναφορές και θεσμικές διαδικασίες που την αφορούν.
Το ρεοπρτάζ του Χρήστου Μυτιλινιού για την εφημερίδα «Political», αποτυπώνει όλα τα περιστατικά που έχουν λάβει δημοσιότητα, χωρίς αξιολογικές κρίσεις και με σαφή διάκριση ανάμεσα σε καταγγελίες και δικαστικές αποφάσεις.
2015: Στο Κανάλι της Βουλής
Κατά τη διάρκεια της θητείας της ως προέδρου της Βουλής το 2015, δημοσιεύματα ανέφεραν ότι μέλη της δημοσιογραφικής ομάδας της Τηλεόρασης της Βουλής προχώρησαν σε καταγγελίες για συνθήκες εργασιακής απορρύθμισης και οργανωτικές παρεμβάσεις που, σύμφωνα με τα ίδια, δημιουργούσαν περιβάλλον επαγγελματικής ανασφάλειας.
Οι αναφορές αυτές αφορούσαν διοικητικές επιλογές και λειτουργικά ζητήματα. Δεν υπήρξε δημοσιοποιημένη δικαστική εξέλιξη, ωστόσο το θέμα έλαβε έντονη πολιτική διάσταση.
2015-2016: Εντάσεις και καταγγελίες
Το φθινόπωρο του 2015 απασχόλησε τα μέσα ενημέρωσης η υπόθεση που έγινε γνωστή ως «υπόθεση του γραφείου 207» της Βουλής. Το ζήτημα αφορούσε πρόσβαση σε υπηρεσιακό γραφείο και συνοδεύτηκε από δημόσιες τοποθετήσεις και επιστολές. Η ίδια είχε διαψεύσει ισχυρισμούς περί κατάληψης χώρου.
Τον Φεβρουάριο του 2016 δημοσιεύτηκε καταγγελία υπαλλήλου της Βουλής, η οποία υποστήριξε ότι υπήρξε παράνομη ηχογράφηση συνομιλίας της και ότι δέχτηκε ψυχολογική πίεση. Η υπόθεση έλαβε δημοσιότητα, χωρίς να έχει καταγραφεί δημοσίως τελεσίδικη ποινική απόφαση που να επιβεβαιώνει ή να απορρίπτει τους ισχυρισμούς.
2025: Η καταγγελία της Δάλλα
Το 2025 η πρώην υποψήφια της Πλεύσης Ελευθερίας Όλγα Δάλλα υπέβαλε μηνυτήρια αναφορά σε βάρος της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η αναφορά αφορούσε ισχυρισμούς περί παραβίασης απορρήτου επικοινωνιών. Παράλληλα, η κυρία Δάλλα προχώρησε σε δημόσιες καταγγελίες για εργασιακό εκφοβισμό (bullying) και εσωκομματικές πρακτικές, κάνοντας λόγο για απομάκρυνση στελεχών. Από την πλευρά της, η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει απορρίψει τις κατηγορίες, κάνοντας λόγο για ψευδείς ισχυρισμούς. Σε κοινοβουλευτικό επίπεδο αποφασίστηκε άρση της ασυλίας της ώστε η υπόθεση να εξεταστεί από τη Δικαιοσύνη. Η άρση ασυλίας δεν συνιστά καταδίκη, αλλά επιτρέπει τη δικαστική διερεύνηση.
2025: Αιχμές για «σχέσεις με ΜΚΟ»
Κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την άρση ασυλίας καταγράφηκαν δημόσιες αιχμές από στελέχη της Νέας Δημοκρατίας σχετικά με οικονομικές σχέσεις μέσω ΜΚΟ, με ερωτήματα που αφορούσαν τιμολογήσεις, δηλώσεις πόθεν έσχες και ενδεχόμενη χρηματοδότηση. Οι αναφορές αυτές καταγράφηκαν σε κοινοβουλευτικό και δημοσιογραφικό επίπεδο. Δεν έχει δημοσιοποιηθεί δικαστική απόφαση που να επιβεβαιώνει παράνομη δραστηριότητα. Η ίδια έχει απορρίψει τις αιτιάσεις.
Φεβρουάριος 2026: Καταγγελία εργαζόμενης
Τον Φεβρουάριο του 2026 δημοσιεύτηκε ρεπορτάζ για καταγγελία εργαζόμενης της Πλεύσης Ελευθερίας προς την Επιθεώρηση Εργασίας. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η εργαζόμενη φέρεται να υποστήριξε ότι υπήρξε μη καταβολή δεδουλευμένων και ηθική παρενόχληση/εργασιακός εκφοβισμός.
Η υπόθεση βρίσκεται σε στάδιο διοικητικής διερεύνησης. Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής δημόσια τελεσίδικη κρίση. Η πλευρά της κυρίας Κωνσταντοπούλου έχει απορρίψει καταγγελίες που την αφορούν στο παρελθόν ως πολιτικά υποκινούμενες.
Συνοψίζοντας, οι δημόσιες υποθέσεις που έχουν καταγραφεί εις βάρος της περιλαμβάνουν:
- Καταγγελίες εργαζομένων κατά τη θητεία της στη Βουλή (2015-2016).
- Υπηρεσιακές εντάσεις και αναφορές για παράνομη ηχογράφηση.
- Μηνυτήρια αναφορά της Όλγας Δάλλα και άρση ασυλίας (2025).
- Πολιτικές αιχμές για οικονομικές σχέσεις μέσω ΜΚΟ.
- Παραπομπή στην Επιτροπή Δεοντολογίας (2026).
- Πρόσφατη εργατική καταγγελία που εξετάζεται από τις αρμόδιες αρχές.
Σε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις δεν έχει δημοσιοποιηθεί τελεσίδικη ποινική καταδίκη εις βάρος της. Ωστόσο, το σύνολο των καταγγελιών και θεσμικών διαδικασιών συνιστά έναν φάκελο δημόσιων υποθέσεων που επηρεάζει το πολιτικό της προφίλ και αποτελεί αντικείμενο συνεχιζόμενης πολιτικής και δικαστικής αντιπαράθεσης. Η τελική κρίση για κάθε υπόθεση ανήκει αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη και στους αρμόδιους θεσμούς.












