Στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής των 27 ηγετών της ΕΕ την προηγούμενη εβδομάδα στο Βέλγιο η Ευρώπη δεν αποφάσισε τελικά αν ενδιαφέρεται σοβαρά για την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την ευημερία της, αλλά μετέθεσε να παρουσιάσει ένα σχέδιο δράσης τον Μάρτιο που θα συζητηθεί τον Ιούνιο.
- του Βασίλη Κορκίδη – Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Συγκεκριμένα, η πρόεδρος της Κομισιόν υποσχέθηκε να παρουσιάσει έναν οδικό χάρτη με τίτλο «Μια Ευρώπη, Μια Αγορά» με λεπτομερές χρονοδιάγραμμα, στόχους και προθεσμίες για την ενίσχυση και ενοποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Όλοι συμφώνησαν πως η Ευρώπη θα πρέπει να γίνει ισχυρότερη οικονομικά μέσα στο νέο, ασταθές, γεωπολιτικό περιβάλλον και πως οι συνθήκες τούς αναγκάζουν να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά της, αλλά για άλλη μια φορά διαφώνησαν για τις πρωτοβουλίες επίτευξης αυτού του στόχου. Από τη συνάντησή τους δεν βγήκε κάποιο κοινό ανακοινωθέν, ούτε κάποιες αποφάσεις για την ευρωπαϊκή στρατηγική, παρότι αρκετοί θα ήθελαν να υπάρξει μια κοινή δέσμευση για την απλοποίηση της νομοθεσίας, τη μείωση των διοικητικών βαρών, αλλά και την ενίσχυση της χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις.
Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις της ΕΕ μάταια περιμένουν κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον να επιταχυνθούν οι διαδικασίες που θα άρουν τα γραφειοκρατικά εμπόδια, που θα μειώσουν την εξάρτησή μας από τρίτες χώρες και όποια άλλα δεν επιτρέπουν τη δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας αγοράς. Γνωρίζουμε πως ο διάλογος και οι διαπραγματεύσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της ευρωπαϊκής κουλτούρας, αλλά διεξάγεται αναβλητικά και απελπιστικά με πολύ αργούς ρυθμούς. Η Ευρώπη συνηθίζει να καθυστερεί επικίνδυνα στη λήψη αποφάσεων για το μέλλον της και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο γιατί ο υπόλοιπος κόσμος αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς. Η ώρα των πράξεων έχει έρθει και πλέον παρέλθει η ώρα των πράξεων. Ο υπόλοιπος πλανήτης αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς. Η ΕΕ οφείλει να καταλάβει πως η ώρα των πράξεων έχει έρθει και αν η ΕΕ θέλει πραγματικά να παίξει έναν ρόλο ανάλογο του οικονομικού και συμβολικού της μεγέθους, πρέπει να τρέξει.
Το όραμα του «Made in Europe» θα πρέπει να καθοδηγεί κάθε πολιτική επιλογή για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής. Τα εκατομμύρια των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων παρέχουν μοναδική τεχνογνωσία και ευκαιρίες, καθιστώντας απαραίτητες για την καινοτομία, τις ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού και τις δυναμικές κοινότητες σε όλες τις αγροτικές και μητροπολιτικές περιοχές. Ως εκ τούτου, για την ενίσχυσή τους θα πρέπει να δημιουργηθούν τα κατάλληλα εργαλεία και μηχανισμοί υποστήριξης για τη διασφάλιση της επιχειρησιακής συνέχειας. Ενώ μάλιστα οι ΜμΕ στην Ευρώπη προωθούν την τοπική ευημερία και στηρίζουν την παρουσία της παγκοσμίως, εξακολουθούν να αγωνίζονται με πολύπλοκους κανονισμούς, κατακερματισμένες αγορές, υψηλό κόστος ενέργειας, αθέμιτο ανταγωνισμό και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Η ανακούφιση από την απλούστευση των κανονισμών και τους νομοθετικούς περιορισμούς είναι απαραίτητη για να αποτρέψει την εμφάνιση νέων βαρών.
Το μόνο θετικό που αποκομίσαμε από την άτυπη Σύνοδο είναι πως η ΕΕ αποδέχτηκε τα πέντε δομικά στοιχεία των βασικών προτάσεων των ευρωπαϊκών εργοδοτικών φορέων. Οι ευρωπαϊκές αρχές πρέπει να εμπιστεύονται τους επιχειρηματίες για την επίτευξη των στόχων χωρίς να καθορίζουν γραφειοκρατικά κάθε ενέργεια, αλλά έχοντας την ελευθερία να λειτουργούν τοπικά και διασυνοριακά με το κατάλληλο πλαίσιο για να αναπτυχθούν. Η ΕΕ πρέπει να κινητοποιήσει πλήρως την ενιαία αγορά ως κινητήρια δύναμη ανταγωνιστικότητας. Η διασφάλιση του δίκαιου ανταγωνισμού είναι απαραίτητη, αφού το άνοιγμα της ΕΕ δεν πρέπει να υπονομεύει τη βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, αλλά να εγγυάται ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των ευρωπαϊκών και των εκτός ΕΕ επιχειρήσεων, ιδίως για τις ψηφιακές πλατφόρμες. Η ενεργειακή ανθεκτικότητα παραμένει καθοριστική και δεν μπορεί η Ευρώπη να περιμένει να γίνουν νέες επενδύσεις, ενώ το κόστος ενέργειας είναι ασταθές και απρόβλεπτο. Η βελτιωμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση και το εξειδικευμένο προσωπικό παραμένουν καθοριστικοί μοχλοί. Τέλος, η ψηφιακή μετάβαση πρέπει να επιτευχθεί με τρόπο που να λειτουργεί επιτρέποντας την ασφαλή πρόσβαση σε ψηφιακά εργαλεία χωρίς δυσανάλογα διοικητικά βάρη.
Ενώ όλες οι χώρες επιθυμούν το μπλοκ της ΕΕ να γίνει πιο ανταγωνιστικό, διαφωνούν για το πώς θα επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Η Γαλλία επανέλαβε την έκκλησή της για περισσότερο κοινό δανεισμό ώστε να γίνουν επενδύσεις μεγάλης κλίμακας και να προωθηθεί η στρατηγική της λεγόμενης «ευρωπαϊκής προτίμησης» ή «Made in Europe» με κρατικά χρήματα, προϊόντων κατασκευασμένων στην ΕΕ. Η Γερμανία διαφωνεί με την ιδέα, θεωρώντας ότι το κλειδί είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας παρά η δημιουργία νέου χρέους. Οι 19 από τους 27 ηγέτες συμφώνησαν η Σύνοδος Κορυφής του Ιουνίου να είναι η προθεσμία για τη λήψη αποφάσεων και μάλιστα αποδεχόμενοι ότι σε ορισμένους τομείς, όταν δεν λαμβάνονται από κοινού οι αποφάσεις, να έχουν το δικαίωμα να αναβιώσουν την «ενισχυμένη συνεργασία» με εννέα μέλη της ΕΕ για να προχωρούν πιο γρήγορα. Από το 1992 η ΕΕ χτίζει την ενιαία αγορά χωρίς να έχει θέσει θεμέλια.
Δικαιολογημένα λοιπόν ο Μάριο Ντράγκι προειδοποίησε τους «διχασμένους» Ευρωπαίους ηγέτες ότι η ΕΕ θα αντιμετωπίσει ένα «αργό μαρτύριο» αν δεν πραγματοποιήσει επείγουσες μεταρρυθμίσεις σε πολλαπλά μέτωπα. Η «επιδείνωση του οικονομικού τοπίου», από τότε που δημοσιεύτηκε η έκθεσή του για την ανταγωνιστικότητα το 2024, απαιτεί πλέον ετήσιες επενδύσεις ύψους άνω των 800 δισ. ευρώ. Οι συνθήκες απαιτούν επειγόντως αποφάσεις σε βασικά θέματα, όπως η ανάγκη μείωσης των εμποδίων στην ενιαία αγορά, ο κατακερματισμός των αγορών, οι προσπάθειες κινητοποίησης των αποταμιεύσεων, το κόστος της ενέργειας, τη στοχευμένη ευρωπαϊκή προτίμηση σε ορισμένους τομείς και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ενισχυμένων συνεργασιών για ταχύτερη πρόοδο. Δυστυχώς όμως όλες οι κινήσεις ούτε ταχύτερη Ευρώπη δείχνουν, ούτε ενιαία αγορά σημαίνουν, αλλά μάλλον οδηγούν την ΕΕ προς μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων.











