
Χιλιάδες μισθωτοί με «μπλοκάκι» διεκδικούν ευνοϊκότερη φορολόγηση, υπό τον όρο ότι θα τηρήσουν αυστηρές προϋποθέσεις που ορίζουν οι φορολογικές αρχές. Η δυνατότητα να φορολογηθούν με την κλίμακα των μισθωτών, και επομένως να επωφεληθούν από τις εκπτώσεις φόρου για προστατευόμενα τέκνα, συνιστά για πολλούς μια ουσιαστική ανακούφιση από το δυσμενές τεκμαρτό σύστημα που εφαρμόζεται σήμερα στους ελεύθερους επαγγελματίες. Ωστόσο, η μετάβαση στη νέα μεταχείριση δεν είναι αυτόματη και απαιτεί την ταυτόχρονη εκπλήρωση τεσσάρων συγκεκριμένων κριτηρίων.
Το πρώτο κριτήριο αφορά τη μορφή και τον αριθμό των συμβάσεων. Οι εργαζόμενοι με δελτίο παροχής υπηρεσιών πρέπει να έχουν έγγραφες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ή έργου με φυσικά ή νομικά πρόσωπα — και οι αντισυμβαλλόμενοι δεν πρέπει να υπερβαίνουν τους τρεις. Σε περίπτωση που οι εργοδότες είναι περισσότεροι των τριών, ισχύει υποχρέωση συγκέντρωσης: τουλάχιστον το 75% του ακαθάριστου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα πρέπει να προέρχεται από έναν μόνο από τους αντισυμβαλλόμενους. Η διάταξη αυτή στοχεύει στην αποτροπή του κατακερματισμού του εισοδήματος και στην αποσαφήνιση της σχέσης εξάρτησης ή αυτονομίας μεταξύ παρόχου υπηρεσιών και πελατών.
Δεύτερο, ως έδρα άσκησης της δραστηριότητας πρέπει να δηλώνεται η κατοικία του επαγγελματία. Η προϋπόθεση αυτή λειτουργεί ως τεκμήριο ότι η εργασία δεν συνδέεται με φυσική παρουσία σε γραφεία τρίτων ή με σταθερή απασχόληση υπό άλλους όρους. Η δήλωση της κατοικίας ως έδρας, πάντως, θα πρέπει να συνοδεύεται από σχετική τεκμηρίωση και ενδεχομένως στοιχεία που να πιστοποιούν την πραγματική χρήση του χώρου για επαγγελματικούς σκοπούς.
Το τρίτο σημείο αφορά την αποκλειστικότητα εισοδήματος: ο ενδιαφερόμενος δεν πρέπει να εισπράττει μισθό από άλλη εργασία. Η απαγόρευση ταυτόχρονης μισθωτής απασχόλησης αποσκοπεί να διατηρήσει διακριτή την κατηγορία των αποκαλούμενων «μπλοκάκηδων» που επιλέγουν την αυτοαπασχόληση ως κύρια πηγή εισοδήματος.
Το τέταρτο και ίσως πιο κρίσιμο κριτήριο είναι η φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας: ο επαγγελματίας πρέπει να ανήκει στην κατηγορία των ελευθέριων επαγγελμάτων, δηλαδή να παρέχει υπηρεσίες όπου κυριαρχεί το στοιχείο της συμβουλής, της επιστημονικής, καλλιτεχνικής ή πνευματικής δημιουργίας. Στην ευρεία λίστα που περιλαμβάνει ιατρούς, δικηγόρους, μηχανικούς, αρχιτέκτονες, δημοσιογράφους, μεταφραστές, προγραμματιστές, λογιστές, ψυχολόγους, καλλιτέχνες και πολλούς άλλους, η ουσία είναι να αποδεικνύεται ότι η εργασία έχει κυρίως γνώση ή δημιουργικό χαρακτήρα και όχι εμπορική ή βιομηχανική φύση.
Το κίνητρο
Το οικονομικό κίνητρο για τη συμμόρφωση είναι σαφές: όσοι πληρούν τα κριτήρια θα φορολογηθούν ως μισθωτοί και θα έχουν πρόσβαση σε έκπτωση φόρου που ανέρχεται σε 777 ευρώ για φορολογούμενο χωρίς εξαρτώμενα τέκνα, 810 ευρώ για έναν με ένα παιδί, 900 ευρώ για δύο παιδιά, 1.120 ευρώ για τρία και 1.340 ευρώ για τέσσερα εξαρτώμενα τέκνα. Για πολλούς αυτοαπασχολούμενους αυτά τα ποσά μειώνουν σημαντικά το φορολογητέο εισόδημα και βελτιώνουν την καθαρή απόδοση της εργασίας.
Αν όμως δεν πληρούνται έστω και μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, τότε ο εργαζόμενος θα υπαχθεί στον καθεστώς του ελεύθερου επαγγελματία. Σε αυτή την περίπτωση το εισόδημά του θα υπολογιστεί με το τεκμαρτό σύστημα και θα φορολογηθεί με συντελεστές 9% για το τμήμα έως 10.000 ευρώ και 22%–44% για το υπερβάλλον εισόδημα, με σημαντικές επιπτώσεις στην τελική φορολογική επιβάρυνση.
Την ίδια στιγμή, οι αποφάσεις για τα εισοδήματα που θα αποκτήσουν φέτος οι «μπλοκάκηδες» προβλέπεται να υπαχθούν, το 2027, στη νέα ενιαία φορολογική κλίμακα, η οποία υπόσχεται ελαφρύνσεις κυρίως για εισοδήματα άνω των 10.000 ευρώ και ιδιαίτερη στήριξη σε νέους έως 30 ετών και φορολογουμένους με προστατευόμενα τέκνα. Στη φάση αυτή, η επιτυχία της μεταρρύθμισης θα εξαρτηθεί από την καλή ενημέρωση των επαγγελματιών, τη σαφήνεια των κανόνων και την εφαρμογή τους από τις φορολογικές υπηρεσίες — παράγοντες που θα κρίνουν ποιοι τελικά θα επωφεληθούν στην πράξη.












