Περισσότεροι από ένας στους πέντε ενήλικες στην Ευρώπη πάσχουν από υπερμετρωπία, ένα συχνό διαθλαστικό σφάλμα κατά το οποίο οι ακτίνες του φωτός δεν εστιάζονται πάνω αλλά πίσω από τον αμφιβληστροειδή. Το αποτέλεσμα είναι κόπωση των ματιών και θολή όραση, κυρίως σε κοντινές αποστάσεις, αλλά συχνά και σε μακρινές.
«Η υπερμετρωπία οφείλεται είτε σε μειωμένη διαθλαστική δύναμη του οφθαλμού είτε σε μικρότερο προσθιοπίσθιο άξονά του. Συνήθως υπάρχει από τη γέννηση, μπορεί να υποχωρήσει σε νεαρή ηλικία λόγω της αυξημένης προσαρμοστικότητας του φακού και να επανεμφανιστεί μετά τα 30-35 έτη», εξηγεί ο χειρουργός οφθαλμίατρος δρ Μίλτος Μπαλίδης, MD, PhD, FEBOphth, ICOphth, ειδικός στη χειρουργική κερατοειδούς και προσθίων ημιμορίων στο Ινστιτούτο Οφθαλμολογίας & Μικροχειρουργικής Ophthalmica στη Θεσσαλονίκη.
Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει γυαλιά οράσεως, φακούς επαφής, διαθλαστικές επεμβάσεις με Laser ή ακόμη και αντικατάσταση του φυσικού φακού του οφθαλμού. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, έδαφος κερδίζει η τεχνική SMILE Pro Laser, η πιο σύγχρονη και ελάχιστα παρεμβατική μέθοδος διαθλαστικής χειρουργικής.
Η επέμβαση πραγματοποιείται με τεχνολογία femtosecond laser, μέσω μικροσκοπικής τομής μόλις 2 χιλιοστών, χωρίς τη δημιουργία κερατοειδικού κρημνού (flap) και χωρίς τη χρήση Excimer Laser. Η διάρκεια της διαδικασίας δεν ξεπερνά τα 10 λεπτά, ενώ η εφαρμογή του Laser διαρκεί λιγότερο από 10 δευτερόλεπτα, χωρίς θερμική επιβάρυνση του κερατοειδούς.
Η μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί σε ασθενείς με υπερμετρωπία έως 5 διοπτρίες και αστιγματισμό έως 2,25 διοπτρίες, εφόσον το πάχος του κερατοειδούς βρίσκεται εντός φυσιολογικών ορίων (άνω των 510 μm). Η κερατοειδική παχυμετρία αποτελεί βασικό κριτήριο καταλληλότητας.
Σύμφωνα με τον δρ Μπαλίδη, η απουσία flap καθιστά την τεχνική λιγότερο τραυματική και επιτρέπει ταχεία επάνοδο στην καθημερινότητα. Οι ασθενείς μπορούν από το ίδιο βράδυ να χρησιμοποιήσουν ηλεκτρονικές συσκευές, ενώ την επόμενη ημέρα επιστρέφουν κανονικά στις επαγγελματικές και κοινωνικές τους δραστηριότητες.
Η βελτίωση της όρασης γίνεται αισθητή από την πρώτη μετεγχειρητική ημέρα, με πολλούς ασθενείς να αποκτούν πλήρως καθαρή όραση μέσα σε 2-4 εβδομάδες. «Παρότι η τεχνική για την υπερμετρωπία διαφέρει ελαφρώς από εκείνη της μυωπίας, προσφέρει την ίδια ακρίβεια, ασφάλεια και εξατομικευμένο αποτέλεσμα», καταλήγει ο ειδικός.












