Η αγαπημένη ερμηνεύτρια που κατάφερε να ενώσει το παλιό καλό λαϊκό με το σύγχρονο έντεχνο, μέσα από τη δωρική και βαθιά συγκινητική χροιά της, ετοιμάζεται για δύο μοναδικές εμφανίσεις, στην ιστορική σκηνή του «Κύτταρου».
Στις 16 και 23 Μαρτίου, η Φωτεινή Βελεσιώτου, με την αφοπλιστική της αμεσότητα, ανοίγει έναν ζωντανό διάλογο με το κοινό, όπου τα εμβληματικά της τραγούδια μπλέκονται με απρόσμενες ιστορίες και στιγμές αυτοσαρκασμού στην παράσταση «Με κυνηγούν οι μέλισσες».
Ωστόσο, η μεγάλη έκπληξη των διπλών εμφανίσεων, είναι η Κική Μαυρίδου.
Η πολυσχιδής δημιουργός εισβάλλει με το καυστικό της χιούμορ και την ευαίσθητη ματιά της, συμπληρώνοντας τη μουσική με πρόζα και μετατρέποντας τη βραδιά σε μια σπάνια εμπειρία όπου το γέλιο και η συγκίνηση εναλλάσσονται αβίαστα.

Η Φωτεινή Βελεσιώτου, μίλησε στο ePolitical.gr για το τώρα στην Αθήνα και το τότε στην Καρδίτσα!
Το θρυλικό τραγούδι σας «Μέλισσες» γνώρισε μια δεύτερη, τεράστια επιτυχία μέσα από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά του Αντ1. Πώς εισπράξατε τότε αυτή την ξαφνική αγάπη του κόσμου;
Αχ, αυτές οι μέλισσες… με έβγαλαν για τα καλά από την ησυχία μου (γέλια)! Το κομμάτι του Γιώργου Καζαντζή και της Ελένης Φωτάκη, είχε ήδη τη δική του πορεία από το 2008. Η σειρά ήρθε έντεκα χρόνια μετά και του έδωσε μια δεύτερη, απρόσμενη καριέρα, βάζοντάς το σε κάθε σπίτι. Μου χάρισε μεγάλη ικανοποίηση, αλλά και αρκετές δόσεις γέλιου. Με σταματούσαν στον δρόμο και μου έλεγαν: «Μας αρέσει πολύ το τραγούδι “Άγριες Μέλισσες”» κι εγώ τους απαντούσα αστειευόμενη: «Ναι, η αλήθεια είναι ότι τελευταία αγρίεψαν πολύ!».

Σε μια εποχή που όλοι τσακώνονται στα social media, εσείς και η πολυτάλαντη Κική Μαυρίδου ανεβαίνετε στη σκηνή του ιστορικού «Κύτταρου» για να μας δείξετε ότι το χιούμορ είναι ο μόνος τρόπος να μην τρελαθούμε;
Η παράσταση μας με τίτλο «Με κυνηγούν οι Μέλισσες» θα έχει από όλα όσα χρειάζεται ο άνθρωπος. Και στιγμές γέλιου και στιγμές συγκίνησης και προβληματισμού. Οι ρυθμικές αλλαγές είναι το πιο δύσκολο πράγμα στο στήσιμο μιας παράστασης. Εκεί που πάμε να πέσουμε ανεβαίνουμε και το αντίστροφο. Αυτό μας κάνει να βιώνουμε απελευθερωμένα τα συναισθήματα και να τα εκφράζουμε μέσα σε μια μεγάλη παρέα.
Αν γυρνούσατε το χρόνο πίσω στην Καρδίτσα, τι θα λέγατε στη νεαρή Φωτεινή που τραγουδούσε χωρίς να ξέρει ότι κάποτε θα τη χειροκροτούν όρθιοι;
Αν γυρνούσα πίσω στην Καρδίτσα, θα της έλεγα να μην φοβάται να πορεύεται με την αλήθεια της. Να μην ανησυχεί για το αν θα την καταλάβουν ή θα την επιβραβεύσουν. Το πιο σημαντικό είναι να αγαπάει από που κάνει. Όλα τα άλλα, τα χειροκροτήματα, οι αναγνωρίσεις, έρχονται στο δρόμο της με τον δικό τους τρόπο και χρόνο. Και πάνω απ’ όλα, να χαίρεται κάθε στιγμή που τραγουδά, γιατί εκεί κρύβεται η μαγεία.
Το τραγούδι, επαγγελματικά, ήρθε στη ζωή σας, σε ποιο ώριμη ηλικία. Το να πηγαίνεις κόντρα στο ρολόι, ήταν ρίσκο;
Το τραγούδι ήρθε στη ζωή μου νωρίς και συγκεκριμένα το 1983, όταν ήμουν 25 χρονών. 45 χρόνια σχεδόν, τραγουδάω. Η αναγνωρισιμότητα μου ήρθε πολύ αργότερα, το 2011 όταν κατέβηκα στην Αθήνα, και ξεκίνησα τις εμφανίσεις μου. Δούλεψα και ως δασκάλα 24 χρόνια. Έχω έντονες αναμνήσεις, θυμάμαι όλα τα παιδιά που είχα, με τα ονόματά τους. Όλα έπαιξαν τον ρόλο τους. Όταν πια έγινα γνωστή, πατούσα γερά στο έδαφος, είτε τραγουδούσα στον καφενέ, είτε τραγουδούσα στο Ηρώδειο. Είχα την ωριμότητα να έχω συνείδηση της κατάστασης και νομίζω ότι το διαχειριστικά καλά.

Έχετε περιγράψει το διαζύγιό σας ως έναν «αγαπησιάρικο» αποχωρισμό που κατέληξε σε βαθιά φιλία. Είναι στάση ζωής ή μάθημα που κερδίζεται δύσκολα;
Δεν το καταφέραμε αμέσως, ούτε με συνταγές. Χρειάστηκε χρόνος και κυρίως σεβασμός σε ό,τι υπήρξε αληθινό. Όταν φύγει ο εγωισμός και μείνει η εκτίμηση, τότε μπορείς να δεις τον άλλον καθαρά. Το να «χωρίζεις αγαπησιάρικα» δεν είναι εύκολο, είναι επιλογή ευθύνης και τρυφερότητας απέναντι σε μια κοινή ιστορία.
Πως ήταν να μοιράζεστε στη Θεσσαλονίκη το γήπεδο μπάσκετ με την μετέπειτα Ολυμπιονίκη Βούλα Πατουλίδου; Η φιλία σας παραμένει ζωντανή;
Έκανα στίβο στην Καρδίτσα, 100 μέτρα και μήκος. Και στη συνέχεια, όταν ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη, με κέρδισε το μπάσκετ. Και τα δύο έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Ήμασταν στην ίδια ομάδα μπάσκετ με την Βούλα Πατουλίδου. Στην «Αρμενική» Θεσσαλονίκης. Ήταν μια εποχή γεμάτη όνειρα, χωρίς να ξέρουμε πού θα μας βγάλει η ζωή. Η Βούλα είχε από τότε αυτό το πείσμα και τη λάμψη του ανθρώπου που δεν συμβιβάζεται εύκολα. Μας ένωσε το παιχνίδι και μια αθωότητα που δύσκολα ξαναβρίσκεται μεγαλώνοντας. Η φιλία μας μένει ζωντανή, γιατί χτίστηκε πριν από τις διαδρομές που πήρε η καθεμιά μας.












