«Υπήρχε επιμονή να πλήξουν αστυνομικό», τόνισε μάρτυρας στη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για τη δράση οργανωμένων κουκουλοφόρων οπαδών, οι οποίοι επιτέθηκαν σε διμοιρία των ΜΑΤ τον Δεκέμβριο του 2023 και τραυμάτισαν θανάσιμα τον νεαρό αστυνομικό Γιώργο Λυγγερίδη.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Κωνσταντίνου Γεώργιζα για την εφημερίδα «Political», οι ερωτήσεις των συνηγόρων υπεράσπισης «έπεσαν βροχή» με στόχο να αποδυναμώσουν την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας, προκαλώντας ακόμα και την έκρηξη του πατέρα του Γιώργου Λυγγερίδη, ο οποίος παρακολουθούσε την ακροαματική διαδικασία χθες στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού. Όμως οι αστυνομικοί που καταθέτουν στη δίκη είναι ξεκάθαροι ότι οι κουκουλοφόροι οπαδοί είχαν στόχο να σκοτώσουν.
«Ο αριθμός των φωτοβολίδων ήταν θανατηφόρος…»
Διμοιρίτης, που και ο ίδιος τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, περιέγραψε στο δικαστήριο τη στιγμή που η ναυτική φωτοβολίδα έπληξε τον Γιώργο Λυγγερίδη, επισημαίνοντας ότι οι βολές ήταν ευθείες. Όταν καρφώθηκε η φωτοβολίδα στο πόδι του συναδέλφου του, ο μάρτυρας είπε ότι η ομάδα του κινήθηκε προς τα εμπρός, προκειμένου να απωθήσει τους επιτιθέμενους και να δώσει χώρο και χρόνο στην άλλη ομάδα να σώσει τον τραυματία. «Τα άτομα οπισθοχώρησαν στη συμβολή των οδών Αγίας Άννης και Παπαδιαμάντη και έτρεξαν προς το γήπεδο», είπε, αναφέροντας ότι «συνεχίστηκαν οι ρίψεις και υπάρχει και τραυματίας». Στη διμοιρία, όπως είπε, οι επιτιθέμενοι πετούσαν πέτρες, μολότοφ και φωτοβολίδες, διαπιστώνοντας ότι κινήθηκαν συντονισμένα. Σε ερώτηση αν διαπιστώνει κάτι διαφορετικό στη συγκεκριμένη επίθεση σε σχέση με άλλες επιθέσεις που αντιμετώπισε στο παρελθόν, ο αστυνομικός υπογράμμισε ότι «υπήρχε επιμονή να πλήξουν αστυνομικό, το έκαναν σαφές και με αυτά που φώναζαν, ότι θα μας σκοτώσουν. Ήταν κυρίως η επιμονή στις επιθέσεις. Σε άλλες περιπτώσεις οπισθοχωρούν. Εδώ ανασυντάχθηκαν και ο αριθμός των φωτοβολίδων ήταν θανατηφόρος. Δεν το έχω δει πουθενά πριν».
Εγκαύματα από μολότοφ
Ο μάρτυρας είπε ότι και ο ίδιος τραυματίστηκε από μολότοφ στο δεξί πόδι και έπαθε εγκαύματα. Δεν το κατέθεσε επειδή, όπως επισήμανε, «υπήρχε ο Λυγγερίδης που εκείνη τη στιγμή πάλευε για τη ζωή του. Δεν ήθελα να πω για τραυματισμό. Μπορούσα να το αντιμετωπίσω μόνος μου». Σε δραματικούς τόνους, ο αστυνομικός υπογράμμισε ότι εκείνη τη νύχτα «φοβήθηκα για τη ζωή μου. Πίστεψα ότι μπορεί και να μη γυρίσω στο σπίτι μου».
Νωρίτερα, ολοκλήρωσε την κατάθεσή του ο αστυνομικός, ο οποίος μίλησε προχθές για την οργανωμένη δράση των κουκουλοφόρων με πληθώρα πυρομαχικών. Απαντώντας σε ερωτήσεις, είπε ότι η διμοιρία ξεκίνησε την καταδίωξη αφού δέχθηκε πυρ εναντίον της και ότι κινδύνευαν σοβαρά περίοικοι, οχήματα όπως και οι ίδιοι οι αστυνομικοί ακόμα και στα νώτα τους. Ο μάρτυρας είπε ότι και ο ίδιος έπαθε εγκαύματα τρίτου βαθμού, κάτι που δεν ανέφερε στην κατάθεσή του, εξηγώντας ότι το έκανε «από θέμα ψυχολογίας, πώς ήταν η ιδιοσυγκρασία μας εκείνη τη στιγμή. Το μόνο που μας ένοιαζε ήταν ο συνάδελφός μας. Βούιζε το κεφάλι μας από τις εκρήξεις».
Οι μάρτυρες επισήμαναν ότι η επίθεση που δέχτηκαν εκείνη την ημέρα έξω από το στάδιο «Μελίνα Μερκούρη» στου Ρέντη είχε διάρκεια και τόνισαν ότι στόχος των κουκουλοφόρων ήταν μετά την τέλεση του εγκλήματος να μπουν στο γήπεδο, να κρυφτούν ανάμεσα στους υπόλοιπους φιλάθλους και να χαθούν στο πλήθος. Η απόφαση να αποκλειστεί ο χώρος του γηπέδου και να μη φύγει κανείς άλλαξε τα δεδομένα.












