Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει νέα μέτρα που αναμένεται να ανακοινώσει τον Μάρτιο και τα οποία στοχεύουν στην εντατικοποίηση ελέγχων και απαιτήσεων ασφαλείας για ξένες εταιρείες που διεκδικούν δημόσιες συμβάσεις χρηματοδοτούμενες από την ΕΕ, με ιδιαίτερη στόχευση στις κινεζικές επιχειρήσεις. Οι αλλαγές αυτές θα ενταχθούν στον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της Ε.Ε. ύψους 1,8 τρισ. ευρώ που θα ισχύσει από το 2028 — και αποτελούν μέρος μιας στρατηγικής που αποσκοπεί να προστατέψει ευρωπαϊκές εταιρείες έναντι γεωπολιτικών και εμπορικών εντάσεων, ιδίως με Κίνα και ΗΠΑ.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Politico, οι νέες κατευθυντήριες γραμμές θα θέτουν πρόσθετες απαιτήσεις ασφαλείας σε ξένους προμηθευτές που επιδιώκουν να αναλάβουν δημόσια έργα εντός της ΕΕ ή έργα που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς πόρους. Η Επιτροπή θα καθορίσει ποιες συγκεκριμένες απαιτήσεις και τομείς θα επηρεαστούν, με ενδεχόμενο ακόμα και τον περιορισμό της συμμετοχής ξένων εταιρειών σε στρατηγικό εξοπλισμό και κρίσιμες υποδομές.

Τα νέα μέτρα συμπίπτουν με ευρύτερες συζητήσεις για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής τεχνολογικής και οικονομικής αυτονομίας ενόψει των αυξανόμενων εντάσεων με μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις. Η ΕΕ έχει εντείνει τον έλεγχο ξένων επενδύσεων και επιδοτήσεων, όπως μέσω του Κανονισμού για τις Foreign Subsidies Regulation, και έχει προβεί σε ελέγχους κατά κινεζικών επιχειρήσεων υπό την υποψία λήψης ξένων επιδοτήσεων που στρεβλώνουν την αγορά.
Παράλληλα, η Κομισιόν εξετάζει ευρύτερα θέματα τεχνολογικής ασφάλειας, όπως την αξιολόγηση εφαρμογών και τεχνολογιών που θεωρούνται πιθανό ρίσκο για την ασφάλεια δεδομένων και υποδομών, επανεξετάζοντας τη χρήση πλατφορμών και εργαλείων που προέρχονται από τρίτες χώρες. 
Είναι “προστατευτική” η πολιτική;
Αυτές οι κινήσεις εντάσσονται σε μια συνολική τάση της Ε.Ε. να επιβάλει περισσότερο αυστηρό έλεγχο στις σχέσεις της με κράτη και επιχειρήσεις εκτός του μπλοκ, ειδικά όταν πρόκειται για κρίσιμους τομείς όπως η τεχνολογία, η ενέργεια και οι δημόσιες προμήθειες.
Επιχειρήσεις και φορείς της Κίνας έχουν ήδη εκφράσει ανησυχίες ότι η εφαρμογή τέτοιων ρυθμίσεων περιορίζει την πρόσβασή τους στην ευρωπαϊκή αγορά και μπορεί να θεωρηθεί προστατευτική πολιτική.












