
Κάθε φορά που μια νεροποντή υπερχειλίζει τον Έβρο τα ρεπορτάζ κάνουν λόγο για πρωτοφανείς πλημμύρες, καταστροφές και επισημαίνονται πολλάκις οι ανεπαρκείς υποδομές. Μόνο που στον Έβρο δεν έχουμε έλλειψη νερού.
Έχουμε έλλειψη μνήμης, σχεδίου και στοιχειώδους σοβαρότητας.
Τον χειμώνα πνιγόμαστε. Κυριολεκτικά. Σπάνε αναχώματα, πλημμυρίζουν κάμποι, χάνονται καλλιέργειες, το χώμα κουβαλάει άμμο και φερτά υλικά σαν να θέλει κι αυτό να μας υπενθυμίσει ότι δεν είναι όλα δεδομένα. Και κάπου εκεί, σχεδόν τελετουργικά, εκατοντάδες εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού παίρνουν τον δρόμο για τη θάλασσα. Ανεκμετάλλευτα. Σιωπηλά. Χωρίς ούτε ένα φράγμα να τα σταματήσει.
Το καλοκαίρι, η ίδια περιοχή διψά. Η κοίτη του Έβρου στεγνώνει τόσο που μπορείς να παίξεις ποδόσφαιρο, αν αντέχεις τη ζέστη και την ειρωνεία της εικόνας. Οι αγρότες παρακαλούν για λίγες σταγόνες. Όχι τίποτα πολυτέλειες. Για να ποτίσουν. Για να μην καταστραφούν. Για να συνεχίσουν να υπάρχουν.
Ας μην αρχίσουμε πάλι τα περί κλιματικής κρίσης. Αν υπάρχει μια ρεαλιστική κρίση είναι η κρίση διαχείρισης.
Γιατί τα δεδομένα είναι αμείλικτα: το φετινό πεντάμηνο ήταν από τα πιο βροχερά των τελευταίων δεκαετιών. Το νερό υπήρχε. Και υπάρχει. Απλώς δεν το κρατήσαμε. Δεν το αποθηκεύσαμε. Δεν το υπολογίσαμε ποτέ ως στρατηγικό αγαθό, αλλά ως κάτι που «έρχεται και φεύγει».
Κι ενώ εδώ συζητάμε ακόμα αν θα εγκριθεί η πλήρωση ενός φράγματος στο 75% ή αν «προλαβαίνουμε» πριν ξεκινήσει η αρδευτική περίοδος, απέναντι – στην άλλη όχθη του ίδιου ποταμού – ταμιευτήρες δουλεύουν. Οι καλλιέργειες ποτίζονται. Το νερό έχει προβλεφθεί. Όχι επειδή υπάρχει περισσότερο. Αλλά επειδή αντιμετωπίστηκε ως εθνικός πόρος και όχι ως εποχικό ατύχημα.
Στον Έβρο, το νερό δεν λείπει.
Λείπει η πολιτική που να το βλέπει πέρα από το επόμενο δελτίο τύπου.
Λείπει η διοίκηση που να σκέφτεται σε βάθος δεκαετίας και όχι αρδευτικής περιόδου.
Λείπει η παραδοχή ότι δεν γίνεται να πλημμυρίζεις τον χειμώνα και να διψάς το καλοκαίρι και να το θεωρείς «κανονικό».
Γιατί δεν είναι.
Και κάποια στιγμή, ο Έβρος – όπως κάθε τόπος που κουράζεται να φωνάζει – θα σταματήσει να παρακαλάει. Θα συνεχίσει απλώς να χάνει νερό. Και μαζί του, θα χάνεται και η δυνατότητα να μιλάμε για ανάπτυξη, πρωτογενή τομέα ή βιώσιμο μέλλον χωρίς να κοκκινίζουμε λίγο.
Το νερό έπεσε και χάθηκε. Το ερώτημα είναι αν εμείς θα συνεχίσουμε να χανόμαστε μαζί του, ή αν, έστω και καθυστερημένα, θα αποφασίσουμε ότι κάποια πράγματα δεν αφήνονται πια να πάνε χαμένα.
Γιατί ο Έβρος δεν ζητά θαύματα. Ζητά κάτι πολύ πιο δύσκολο: να τον πάρουμε επιτέλους στα σοβαρά.











