Η υπόθεση της σύλληψης ανώτερου αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας αποκάλυψε ένα αθέατο μέτωπο απειλών για την εθνική ασφάλεια, που εκτείνεται πέρα από τα όρια της χώρας και αγγίζει τον πυρήνα των σύγχρονων συστημάτων άμυνας και πληροφόρησης.
Όπως γράφει ο Χρήστος Μυτιλινιός στην εφημερίδα «Political» πίσω από την εικόνα της σύλληψης της 5ης Φεβρουαρίου, προηγήθηκε μια πολύμηνη, αθόρυβη και σύνθετη έρευνα με διαρκή ανταλλαγή πληροφοριών με συμμαχικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, το εγχείρημα δεν στηρίχθηκε σε ένα μεμονωμένο εύρημα, αλλά σε σταδιακή χαρτογράφηση κινήσεων, επαφών και ψηφιακών ιχνών.
Στοχευμένη παρακολούθηση
Το αρχικό ερέθισμα για την έρευνα προήλθε από ενημέρωση ξένης υπηρεσίας πληροφοριών, η οποία εντόπισε ύποπτες επικοινωνίες Έλληνα αξιωματικού με πρόσωπα συνδεόμενα με κινεζικά δίκτυα συλλογής δεδομένων. Αμέσως ενεργοποιήθηκε μηχανισμός διακριτικής παρακολούθησης από την ΕΥΠ, που περιλάμβανε ανάλυση τηλεπικοινωνιών, έλεγχο ψηφιακών συσκευών, καταγραφή μετακινήσεων και αποτύπωση του επαγγελματικού κύκλου του στελέχους. Σταδιακά διαμορφώθηκε η εικόνα ενός αξιωματικού με αυξημένη πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες συμμαχικών συστημάτων, γεγονός που κατέστησε την υπόθεση εξαιρετικά ευαίσθητη.
Η απόφαση για τη σύλληψη ελήφθη όταν οι Αρχές εκτίμησαν ότι επίκειται άμεση αποστολή νέου πακέτου πληροφοριών στο εξωτερικό. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε εντός στρατιωτικού χώρου, παρουσία εισαγγελικού λειτουργού, ώστε να διασφαλιστούν η πλήρης θεσμική κάλυψη και η ακεραιότητα των αποδεικτικών στοιχείων. Σύμφωνα με πληροφορίες, εκείνη τη στιγμή οι ερευνητές είχαν ήδη συγκεντρώσει κρίσιμα ψηφιακά δεδομένα που τεκμηρίωναν τη δράση του κατηγορούμενου.
Διαρροή με ψηφιακή υπογραφή
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον τρόπο μεταφοράς των πληροφοριών. Οι έρευνες κατέδειξαν χρήση ειδικού λογισμικού κινεζικής προέλευσης, το οποίο μετέτρεπε αρχεία και φωτογραφίες σε κωδικοποιημένα γραφικά τύπου QR. Με αυτό τον τρόπο το υλικό μπορούσε να διακινείται χωρίς να προκαλεί άμεσα υποψίες και να ανασυντίθεται από τον παραλήπτη. Παράλληλα, χρησιμοποιούνταν εφαρμογές κρυπτογράφησης και ψηφιακά πορτοφόλια για τη μεταφορά χρημάτων.
Στο πλαίσιο της έρευνας εξετάζονται συναλλαγές που φέρεται να αγγίζουν τις 30.000 ευρώ, στοιχείο που ενισχύει την εκτίμηση περί οργανωμένης και μακρόχρονης συνεργασίας. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι πληρωμές γίνονταν σε ευρώ, δολάρια αλλά και κρυπτονομίσματα. Στο πρώτο στάδιο της έρευνας έχουν εντοπιστεί εμβάσματα ύψους 5.000 έως 15.000 ευρώ, ανάλογα με τη διαβάθμιση των εγγράφων. Οι Αρχές έχουν καταγράψει συγκεκριμένα σημεία που θεωρούνται κομβικά. Το 2024 ο αξιωματικός πραγματοποιεί ιδιωτικό ταξίδι στο Πεκίνο χωρίς επίσημη υπηρεσιακή ενημέρωση. Ένα ταξίδι που εκ των υστέρων αξιολογείται ως πιθανό σημείο πρώτης ουσιαστικής επαφής. Ο άνθρωπος-σκιά που σε εκείνο το ταξίδι, σύμφωνα με πληροφορίες, στρατολόγησε τον Έλληνα αξιωματικό φέρεται να είναι γυναίκα.
Το καλοκαίρι του 2025 αναλαμβάνει καθήκοντα σε μονάδα με αυξημένη πρόσβαση σε συμμαχικά συστήματα επικοινωνίας και πληροφοριών. Την ίδια χρονιά καταγράφεται συνάντηση στην Αθήνα με πρόσωπο κινεζικού ενδιαφέροντος, η οποία ερευνάται ως πιθανός κόμβος φυσικής ανταλλαγής υλικού. Σε αυτήν τη συνάντηση έδωσε στον σμήναρχο ένα κρυπτογραφημένο κινητό τηλέφωνο, μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν η επικοινωνία και η διαβίβαση των απόρρητων στοιχείων.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της ΕΡΤ, ο Κινέζος κατάσκοπος φέρεται να ταξίδευε σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα για συνέδριο, ωστόσο έκανε στάση στην Αθήνα προκειμένου να συναντηθεί με τον προφυλακιστέο σμήναρχο. Με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, η φερόμενη δραστηριότητα εκτείνεται τουλάχιστον σε βάθος 18 μηνών.
Το δίκτυο επαφών στην Ευρώπη
Παράλληλα με τον βασικό κατηγορούμενο, οι Αρχές εξετάζουν το σύνολο των επαφών του εντός και εκτός στρατεύματος. Στο μικροσκόπιο έχουν τεθεί πρώην συνεργάτες, απόστρατοι, τεχνικοί σύμβουλοι και πρόσωπα του επαγγελματικού του περιβάλλοντος, αλλά και η γυναίκα-σκιά, η οποία φέρεται να είχε κομβικό ρόλο στην υπόθεση. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της ΕΡΤ, ερευνάται το σενάριο να υπάρχει ενδιάμεσος ανάμεσα στον 54χρονο και τον Κινέζο σύνδεσμό του, ενώ ερευνώνται και δύο απόστρατοι αξιωματικοί, οι οποίοι φέρεται να διατηρούν διαύλους επικοινωνίας με την Κίνα. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ένας από αυτούς είχε εργασιακή σχέση με την κινεζική αεροπορία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη διεθνή διάσταση της υπόθεσης, καθώς σχεδόν ταυτόχρονα καταγράφηκαν συλλήψεις για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας στη Γαλλία, στοιχείο που ενισχύει την εικόνα ευρύτερων ευρωπαϊκών ερευνών. Η υπόθεση έχει οδηγήσει σε επανεξέταση των πρωτοκόλλων ασφαλείας στις ένοπλες δυνάμεις. Στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας αξιολογούνται τα συστήματα ελέγχου πρόσβασης, οι διαδικασίες επαναπιστοποίησης στελεχών, τα μέτρα κυβερνοασφάλειας και η εποπτεία δραστηριοτήτων εκτός υπηρεσίας. Στόχος, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, είναι η ενίσχυση της «άμυνας εκ των έσω» και η πρόληψη αντίστοιχων περιστατικών στο μέλλον.
Θωράκιση της χώρας
Παρά τον μεγάλο όγκο στοιχείων, η έρευνα συνεχίζεται. Τα βασικά ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά: ποιο ήταν το ακριβές εύρος των πληροφοριών που διέρρευσαν, αν υπήρξαν σημεία υποστήριξης, πόσο βαθιά έφτασε η διείσδυση και ποιες δικλίδες ασφαλείας χρειάζονται ενίσχυση. Οι απαντήσεις θα καθορίσουν όχι μόνο τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η χώρα θα θωρακίσει τις αμυντικές της δομές στη νέα εποχή των ψηφιακών απειλών.












