Λίγους μήνες μετά τη σύλληψή του και τον σάλο που προκάλεσε η υπόθεση, ο πρώην διευθυντής της καρδιοχειρουργικής κλινικής του Ιπποκράτειου μίλησε για πρώτη φορά στην εκπομπή «Live News» του Mega, επιχειρώντας να δώσει τη δική του εκδοχή για όσα τον οδήγησαν στο εδώλιο. Τα όσα λέει προκαλούν το κοινό αίσθημα.
Ο γιατρός, που κατηγορείται ότι έλαβε «φακελάκι» από συγγενή ασθενή, καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκιση με αναστολή, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, ενώ του επιβλήθηκε χρηματική ποινή 30.000 ευρώ και εγγυοδοσία 20.000 ευρώ. Παρά την απόφαση, ο ίδιος επιμένει ότι είναι αθώος και κάνει λόγο για «αχαριστία» και στοχοποίηση.
«Τα παιδιά μου περάσανε δύσκολα στο σχολείο, ντρεπόντουσαν να πάνε λες και είχαν πατέρα τους τον φονιά. Έχω απογοητευτεί τόσο με την κοινωνία… δεν αξίζει να σώζεις κανέναν από τη στιγμή που σου κάνουν αυτά τα πράγματα», δήλωσε εμφανώς φορτισμένος.
Ο γιατρός υποστήριξε ότι ουδέποτε ζήτησε χρήματα και ότι η καταγγελία τον αδικεί κατάφωρα. «Έχω σιχαθεί τον εαυτό μου. Πενήντα χρόνια ήμουν ο “Άγιος Παντελεήμων”, έτρεχα για τον καθένα, για κάθε πόνο. Όπως και για τον άνδρα αυτόν που τον έδιωχναν από παντού. Δεν τον χειρουργούσε κανένας. Έπρεπε να τον αφήσω να πεθάνει και αντί να μου πουν ευχαριστώ, μου λένε αυτά τα πράγματα».
Η σύλληψη με προσημειωμένα χαρτονομίσματα
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε τον Σεπτέμβριο, όταν ο γιατρός συνελήφθη επ’ αυτοφώρω με προσημειωμένα χαρτονομίσματα 3.000 ευρώ, μετά από καταγγελία της συζύγου ασθενούς. Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για δωροληψία, επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης με αναστολή και περιοριστικούς όρους, μεταξύ των οποίων απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.
Η σύζυγος του ασθενούς, μιλώντας επίσης στο «Live News», περιέγραψε τη συνομιλία που –όπως υποστηρίζει– είχε με τον γιατρό:
«Μου είπε “εγώ παίρνω 5 χιλιάρικα, αλλά για σένα 3”. Έμεινα κάγκελο. Του είπα ότι δεν έχω τόσα χρήματα και μου απάντησε “αύριο τότε, για να πληρώσω και μέσα”».
Ανάλογες καταγγελίες έκαναν και άλλοι ασθενείς ή συγγενείς τους, αναφέροντας ότι ο γιατρός ζητούσε 3.000–5.000 ευρώ για να αναλάβει ο ίδιος το χειρουργείο και την παρακολούθηση της μετεγχειρητικής πορείας.
Η παλαιότερη καταγγελία του 2022
Σε βάρος του γιατρού υπήρχε και καταγγελία από το 2022. Η πλευρά του ασθενούς υποστηρίζει ότι είχε καταδικαστεί, όμως ο ίδιος το αρνείται κατηγορηματικά.
«Δεν έχει τελεσιδικήσει. Έχει γίνει άρση του Εφετείου, δεν δικάστηκα. Αυτό που με δόλο μου είχαν βάλει στην αρχή, αυτό έμεινε», ανέφερε, επιμένοντας ότι βρίσκεται στο στόχαστρο συγκεκριμένων ανθρώπων.
«Αν ήταν τίμια (η καταγγέλλουσα του 2022), θα έλεγε ότι ήρθαν να με πιάσουν και βγήκα “καθαρός”. Δεν πήρα τίποτα και ούτε έκανα τίποτα. Είναι ντροπή τέτοια πράγματα γιατί με εμένα σκοτώνεται ο τελευταίος γιατρός που έκανε τα βαριά περιστατικά που τον έλεγαν “Άγιο Παντελεήμονα”. Έχει γίνει και σε αυτήν μήνυση», ανέφερε τέλος.
«Αντί να χαίρονται που σώθηκε ο άνθρωπός τους…»
Λίγο πριν από τη δίκη της Παρασκευής 06.02.2026, ο γιατρός εμφανίστηκε ακόμη πιο οργισμένος:
«Ας γίνει το δικαστήριο να δούμε τι θα γίνει. Να δούμε αν σκότωσα κανέναν άνθρωπο, ενώ θα έπρεπε να μου δίνουν βραβεία γι’ αυτόν που έσωσα. Ο άνθρωπος ήταν με ένα πόδι, ένα μάτι, χωρίς αίμα, καρδιά 20%, όλα βουλωμένα, με νεφρική ανεπάρκεια, καταθλιπτικός… και βρέθηκε ένας ηλίθιος και τον χειρούργησε. Και αντί να πουν ευχαριστώ, πέρασε η γυναίκα του και πέταξε έναν φάκελο μέσα. Εγώ βιαζόμουν να πάω χειρουργείο. Ούτε κατάλαβα τι ήταν».
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι έχει καταθέσει μήνυση κατά της καταγγέλλουσας του 2022 και ότι σε έλεγχο που του έγινε «δεν βρέθηκε τίποτα».
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση, καθώς ο γιατρός υπήρξε επί δεκαετίες μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της καρδιοχειρουργικής στο Ιπποκράτειο. Ο ίδιος θεωρεί ότι η υπόθεση τον έχει «τελειώσει» επαγγελματικά και κοινωνικά.












