Η Γροιλανδία ήταν για δεκαετίες στο περιθώριο μιας πολιτικής σκηνής που βασιζόταν μέχρι πρότινος στο μοντέλο της διεθνούς έννομης τάξης, ενός διακρατικού συστήματος θεμελιωμένου σε κανόνες και στο διεθνές δίκαιο. Πλέον όμως η δεύτερη θητεία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ μας επαναφέρει κατά μία έννοια στο λεγόμενο «δίκαιο του ισχυρού» και καθιστά τη Γροιλανδία ως το πρώτο «πειραματικό εργαστήρι» αυτής της πολιτικής.
- της Παταπίας Καπράλου – Δικηγόρος, πολιτεύτρια Β3 Νότιου Τομέα Αθηνών
Η Γροιλανδία είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση νομικά, πολιτικά και γεωγραφικά. Αποτελεί αυτόνομη περιοχή εντός του Βασιλείου της Δανίας, με διευρυμένες αρμοδιότητες αυτοδιοίκησης και με αμερικανική στρατιωτική βάση στο έδαφός της, αλλά δεν διαθέτει πλήρη κρατική κυριαρχία. Δεν αποτελεί μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά συνδέεται με μια χώρα που είναι κράτος-μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας και μέλος του ΝΑΤΟ. Το καθεστώς αυτό δεν επιτρέπει μονομερείς ή εξωτερικά επιβαλλόμενες μεταβολές, αφού μια τέτοια αλλαγή θα παραβίαζε θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, όπως την εδαφική ακεραιότητα, την αυτοδιάθεση των λαών και τον σεβασμό των υφιστάμενων διεθνών συνθηκών.
Σήμερα όμως βιώνουμε μια βίαιη μετάβαση σε ένα διεθνές σύστημα όπου σημασία έχει η οικονομική και γεωστρατηγική διάσταση όπως την ερμηνεύουν οι ΗΠΑ (από rules based order σε USA-based order). Η Γροιλανδία διαθέτει πλούσιους φυσικούς πόρους και εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής βλέπει τους λιωμένους πάγους να ανοίγουν νέους εμπορικούς δρόμους. Πλέον έχει βγει από το πολιτικό περιθώριο και είναι στο επίκεντρο ενός νέου διεθνούς ανταγωνισμού ισχύος, δεδομένου ότι, πέρα από τη διακηρυγμένη αμερικανική πρόθεση προσάρτησης, η Ρωσία ενισχύει τη στρατιωτικοποίηση της περιοχής, ενώ η Κίνα επιχειρεί να επεκτείνει την οικονομική και επιστημονική της παρουσία υπό τον μανδύα του «παρατηρητή».
Αυτή η πολλαπλή κρίση γύρω από τη Γροιλανδία αναδεικνύει μια δομική αντίφαση και θέτει την Ευρώπη προ των ευθυνών της. Η αντίφαση εδράζεται στην τριπλή ιδιότητα του νατοϊκού εδάφους με δανική κυριαρχία και μόνιμη αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Αυτό σημαίνει ότι μια μονομερής αμερικανική κίνηση ισοδυναμεί με αμφισβήτηση της κυριαρχίας ενός κράτους-συμμάχου, της Δανίας, κι όχι εξωτερικού αντιπάλου, όπως θα ήταν π.χ. η Ρωσία ή η Κίνα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση φέρει ευθύνη ως θεσμός, διότι το 2025 προήδρευσε η Δανία αλλά δεν ανέλαβε την πρωτοβουλία επαναπροσδιορισμού των σχέσεων στο τρίγωνο Γροιλανδία-Δανία-ΕΕ ώστε να έχει διαμορφωθεί μια στοιχειώδης κοινή στρατηγική. Οι αντιλήψεις του Ντόναλντ Τραμπ για τις σχέσεις με την Ευρώπη, τον ρόλο του ΝΑΤΟ και τις διεθνείς συνθήκες ήταν ήδη γνωστές και εκπεφρασμένες.
Επομένως, θα πρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποφασίσει αν θα μετατραπεί σε ισχυρό «παίκτη» που θα διαμηνύσει ακόμα και προς τους θεωρούμενους συμμάχους της ότι ο αναθεωρητισμός δεν είναι αποδεκτός ή θα αρκεστεί στον ρόλο του παθητικού συζητητή που λειτουργεί με την αυταπάτη του κατευνασμού.
Η Γροιλανδία εξελίσσεται στον καθρέφτη της εποχής μας. Ενδεχομένως προοικονομεί μελλοντικές αναθεωρητικές κινήσεις σε περιοχές ανάλογης συνθετότητας, όπως είναι τα υπερπόντια εδάφη κρατών-μελών, περιοχές με διεκδικούμενες θαλάσσιες ζώνες ή περιοχές με «ειδικά» καθεστώτα.
Για την Ελλάδα, ο σεβασμός στους θεσμούς, τη διπλωματία και τους διεθνείς κανόνες, με ταυτόχρονη ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος, είναι ο μόνος δρόμος επιβίωσης σε μια περίοδο με αντιληπτή ρευστότητα και δύσκολες γεωπολιτικές προκλήσεις.











