Στη συνέντευξή του στον αρχισυντάκτη του περιοδικού «Foreign Policy», Ravi Agrawal, ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, στάθηκε σε μία και μόνη διαφορά που παραμένει στο επίκεντρο των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Ο κ. Μητσοτάκης επεσήμανε ότι το πεδίο των συζητήσεων με την Τουρκία περιορίζεται αποκλειστικά στον καθορισμό της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και της υφαλοκρηπίδας.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, υπογράμμισε την βελτιωμένη θέση της Ελλάδας σε σχέση με πέντε χρόνια πριν, επισημαίνοντας τις σημαντικές ενισχύσεις που έχει πραγματοποιήσει στις Ένοπλες Δυνάμεις της. «Και οι δύο μας, ο κ. Ερντογάν και εγώ, είμαστε έμπειροι ηγέτες», ανέφερε, αναπολώντας την επίσκεψή του στην Τουρκία για τη συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο στις 11 Φεβρουαρίου. Σημείωσε επίσης ότι «η γεωγραφία παραμένει αμετάβλητη» και πως η Ελλάδα προσφέρει τη δυνατότητα στους Τούρκους πολίτες να επισκέπτονται τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, ενισχύοντας έτσι τον τομέα του τουρισμού.
Σχετικά με την πρόσφατη τραγωδία στη Χίο, όπου 15 μετανάστες έχασαν τη ζωή τους, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι αν δεν υπήρχε η παρέμβαση του Λιμενικού Σώματος, ο αριθμός των θυμάτων θα ήταν πολύ μεγαλύτερος. Υποσχέθηκε ότι θα παρασχεθούν περισσότερα στοιχεία μόλις ολοκληρωθεί η σχετική έρευνα.
Αναφερόμενος στο μεταναστευτικό ζήτημα, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι η χώρα ακολουθεί μια αυστηρή, αλλά δίκαιη πολιτική, σύμφωνα με την οποία όσοι εισέρχονται παράνομα και δεν δικαιούνται άσυλο θα πρέπει να επιστρέφουν στη χώρα τους. Ταυτόχρονα, τόνισε ότι η Ελλάδα είναι γενναιόδωρη σε όσους δικαιούνται άσυλο και παραμένει ανοιχτή σε νόμιμες μορφές μετανάστευσης, αναφέροντας τις διακρατικές συμφωνίες για την προμήθεια εργατικού δυναμικού.
«Όταν παρουσίασα αυτές τις θέσεις το 2020, υπήρξαν αντιδράσεις, αλλά πλέον η ΕΕ έχει υιοθετήσει ανάλογη στάση», σημείωσε.
Τέλος, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη συνεργασία Ευρώπης – Αμερικής, υπογραμμίζοντας ότι «η Ευρώπη συνεχίζει να συνεργάζεται εποικοδομητικά με τις ΗΠΑ. Είναι συμφέρον των ΗΠΑ να διατηρούν μια ισχυρή οικονομική και αμυντική σχέση με την Ευρώπη, δημιουργώντας έτσι μια αμοιβαία επωφελή συνεργασία».












