Σε νέα φάση έντασης εισέρχεται το ελληνοτουρκικό μέτωπο λίγες μόλις μέρες πριν από την προγραμματιζόμενη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η οποία -σύμφωνα με διπλωματικές πληροφορίες- τοποθετείται χρονικά στις 11 Φεβρουαρίου.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Χρήστου Μυτιλινιού για την εφημερίδα της «Political», η Άγκυρα, μέσω δηλώσεων του υπουργού Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ, επαναφέρει στο προσκήνιο τη γνωστή ρητορική περί «περικύκλωσης» της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, στοχοποιώντας τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας, Ισραήλ και Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και τις πρωτοβουλίες της Αθήνας στον τομέα της ευρωπαϊκής άμυνας.
Ο Γκιουλέρ υποστήριξε ότι η Τουρκία «παρακολουθεί στενά» τις αμυντικές σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ, ενώ τουρκικά μέσα ενημέρωσης έκαναν λόγο ακόμη και για «κατάληψη της Μεσογείου» μέσω ενεργειακών και στρατιωτικών κινήσεων, συνδέοντας τις ελληνικές πρωτοβουλίες με τις έρευνες και τις γεωτρήσεις.
Ενοχλεί η συνεργασία Αθήνας – Τελ Αβίβ
Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, η τουρκική αντίδραση συνδέεται άμεσα με την εμβάθυνση της ελληνοϊσραηλινής στρατηγικής σχέσης τα τελευταία χρόνια, η οποία εκτείνεται σε κρίσιμους τομείς, όπως:
- η εκπαίδευση της Πολεμικής Αεροπορίας,
- τα σύγχρονα πυραυλικά και αντιαεροπορικά συστήματα,
- η αντιμετώπιση απειλών από drones,
- η κυβερνοασφάλεια,
- οι κοινές αεροναυτικές ασκήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στην Αθήνα επισημαίνουν ότι πρόκειται για συνεργασίες που εδράζονται στο διεθνές δίκαιο, στη διαφάνεια και στη σταθερότητα της περιοχής, χωρίς να στρέφονται εναντίον τρίτων χωρών. Παρ’ όλα αυτά, η τουρκική πλευρά επιλέγει να παρουσιάζει τις κινήσεις αυτές ως απειλή για τη δική της ασφάλεια, επαναφέροντας μια λογική «γεωπολιτικής περικύκλωσης», η οποία είχε χρησιμοποιηθεί επανειλημμένως στο παρελθόν για εσωτερική κατανάλωση αλλά και για άσκηση πίεσης στο διπλωματικό πεδίο.
«Σεβντάς» για την ευρωπαϊκή άμυνα
Παράλληλα, ο Τούρκος υπουργός Άμυνας έθεσε ανοιχτά το ζήτημα του αποκλεισμού της Τουρκίας από βασικούς μηχανισμούς της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, και ειδικά από το πρόγραμμα SAFE, που χρηματοδοτεί κοινές προμήθειες και επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία της ΕΕ. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι η απουσία της από το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο «θα βλάψει την ευρωπαϊκή ασφάλεια», επιχειρώντας να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος παράγοντας σταθερότητας.
Ωστόσο, ευρωπαϊκές πηγές υπενθυμίζουν ότι το SAFE στηρίζεται σε συγκεκριμένους κανόνες συμμετοχής και σε κριτήρια συμβατότητας με τις πολιτικές και θεσμικές αρχές της Ένωσης, ενώ δεν αποτελεί εργαλείο πολιτικών εξαιρέσεων ή ειδικών διευθετήσεων.
Στο ελληνικό διπλωματικό επιτελείο δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι η νέα αυτή ρητορική αναπτύσσεται ακριβώς στο στάδιο της προετοιμασίας του τετ α τετ Μητσοτάκη – Ερντογάν. Έμπειροι διπλωμάτες επισημαίνουν ότι πρόκειται για ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: λίγο πριν από κρίσιμες επαφές σε ανώτατο επίπεδο, η τουρκική πλευρά συστηματικά επιλέγει να δυναμιτίζει το κλίμα, είτε με δηλώσεις αξιωματούχων, είτε με δημοσιεύματα, είτε με κινήσεις επί του πεδίου.
Αντίστοιχα παραδείγματα είχαν καταγραφεί και στο παρελθόν, πριν από συναντήσεις κορυφής ή διερευνητικές επαφές, με την Άγκυρα να επιχειρεί να διαμορφώσει εκ των προτέρων πλαίσιο πίεσης και διαπραγματευτικού πλεονεκτήματος.
Η ελληνική στρατηγική
Απέναντι σε αυτή την τακτική, η Αθήνα επιμένει στη γραμμή της θεσμικής συνέπειας και της προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο, προβάλλοντας τη στρατηγική της επιλογή για συμμαχίες που ενισχύουν την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή.
Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να παρεκκλίνει από τον δρόμο της συνεργασίας με εταίρους και συμμάχους, ούτε να αποδεχτεί αφηγήματα που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
Ταυτόχρονα, η Αθήνα προσέρχεται στη συνάντηση με σαφή στόχο τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, χωρίς όμως εκπτώσεις σε ζητήματα κυριαρχίας, ασφάλειας και ευρωπαϊκού προσανατολισμού.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επικείμενη συνάντηση των δύο ηγετών αποκτά αυξημένο πολιτικό και διπλωματικό βάρος. Από τη μία πλευρά, η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει τη σταθερότητα και τη μείωση των εντάσεων. Από την άλλη, η τουρκική ρητορική των τελευταίων ημερών δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο η Άγκυρα είναι έτοιμη να κινηθεί σε ουσιαστική κατεύθυνση αποκλιμάκωσης. Το αν οι χθεσινές δηλώσεις αποτελούν προοίμιο νέας κλιμάκωσης ή απλώς μέρος της πάγιας τακτικής πίεσης, θα φανεί σύντομα στο τραπέζι των συνομιλιών.












