Η Αθήνα προετοιμάζεται για την επικείμενη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο περιθώριο της νέας συνεδρίασης του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας, με χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών αλλά και με προσήλωση στην ανάγκη διατήρησης της νηνεμίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το νέο τετ α τετ των δύο ηγετών, το οποίο θα πραγματοποιηθεί μεταξύ 9 και 13 Φεβρουαρίου στην Άγκυρα, σύμφωνα με ρεπορτάζ της Έλλης Τριανταφύλλου στην εφημερίδα «Political», θα λάβει χώρα σε μια συγκυρία, κατά την οποία διεθνώς επικρατεί πρωτοφανής ρευστότητα και αστάθεια λόγω της αλλαγής πολιτικής από τον Αμερικανό πρόεδρο Τραμπ, ενώ στο πεδίο των Ελληνοτουρκικών, αν και οι δίαυλοι επικοινωνίας παραμένουν ανοιχτοί και σε σημαντικό βαθμό λειτουργικοί, δεν έχουν σταματήσει να προστίθενται νέες εστίες τριβών από την πλευρά της Άγκυρας.
Το τελευταίο και άκρως ενδεικτικό παράδειγμα ήταν η έκδοση Navtex, πέρα από το περιεχόμενο περί τουρκικής δικαιοδοσίας για την έγκριση ερευνών στο Αιγαίο ανατολικά του 25ου μεσημβρινού και δήθεν αποστρατιωτικοποιημένου καθεστώτος 23 νησιών, με τον πρωτοφανή ισχυρισμό τής διαρκούς -επ’ αόριστον- ισχύος του.
Οι ακυρώσεις
Κατά την προηγούμενη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας, που έγινε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2023, προέκυψε η Διακήρυξη των Αθηνών κι έκτοτε έχει προαναγγελθεί τουλάχιστον δύο φορές (τέλη 2024, άνοιξη ή φθινόπωρο 2025, χωρίς τελικά να υλοποιηθεί).
Στο διάστημα που μεσολάβησε από τότε ωστόσο έχουν αλλάξει πολλά. Πρώτα απ’ όλα, η αλλαγή σκυτάλης στον Λευκό Οίκο και η επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ και μάλιστα με μια πολύ πιο επιθετική διεθνή ατζέντα. Η αλλαγή είναι σημαντική για τη χώρα μας, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί στενές σχέσεις με τον Ερντογάν, ενώ πρόσφατα η Τουρκία ήταν μεταξύ των χωρών που υπέγραψαν τη Συμφωνία Ειρήνης τού Αμερικανού προέδρου για τη Γάζα, σε αντίθεση με την Αθήνα και τη Λευκωσία που συντάχθηκαν με την ευρωπαϊκή γραμμή.
Η δεύτερη βασική αλλαγή σε σύγκριση με τους πρώτους μήνες τής αποκαλούμενης περιόδου των «ήρεμων νερών» είναι η προσθήκη νέων ζητημάτων, με βασικότερο εκ των οποίων την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου (Great Sea Interconnector), που το τουρκικό ναυτικό ακύρωσε στο πεδίο τόσο τον Ιούλιο του 2024 όσο και αργότερα, κάθε φορά που η ελληνική πλευρά επιχειρούσε να δρομολογήσει το έργο.
Το καθεστώς Ερντογάν στην πραγματικότητα ανθίσταται στην υλοποίηση του έργου, το οποίο, σημειωτέον, δεν απαιτεί αδειοδότηση, καθώς δεν επηρεάζει την υφαλοκρηπίδα και αφορά δραστηριότητα στην ανοιχτή θάλασσα. Η Άγκυρα ωστόσο διεκδικεί για λογαριασμό της απόλυτη δικαιοδοσία στις θάλασσες, στα ανατολικά του 28ου μεσημβρινού και βεβαίως εντός του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Oι ελληνικές κινήσεις
Η Αθήνα από την πλευρά της όλο αυτό διάστημα αναλάμβανε νέες πρωτοβουλίες για την προάσπιση και προώθηση των συμφερόντων της στο Αιγαίο: τη δημοσιοποίηση του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (ΘΧΣ), την -έστω περιορισμένη- οριοθέτηση θαλάσσιων πάρκων στις Κυκλάδες και τη συνεργασία με τον αμερικανικό κολοσσό Chevron σε οικόπεδα νότια της Κρήτης που βρίσκονται εντός του τουρκολιβυκού μνημονίου, με τις ευλογίες του Λευκού Οίκου.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι Κυριάκος Μητσοτάκης και Ταγίπ Ερντογάν καλούνται να διερευνήσουν ξανά τα περιθώρια διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών. Στην Αθήνα ωστόσο αποτελεί κοινό τόπο ότι δεν θα πρέπει να αναμένεται τίποτα θεαματικό, καθώς τους επόμενους μήνες θα ξεκινήσει η προεκλογική περίοδος στη χώρα μας και λίγο αργότερα και στην Τουρκία και η όποια ουσιαστική συζήτηση κρίνεται ως απαγορευτική.
Στα επιτελεία του πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη ωστόσο εκτιμάται ότι είναι εφικτά η διατήρηση των ήρεμων νερών στο Αιγαίο και ο διάλογος για τα ζητήματα της λεγόμενης «χαμηλής πολιτικής».












