Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο ακαδημαϊκό περιοδικό PLOS One δείχνει ότι το πένθος για την απώλεια ενός κατοικιδίου μπορεί να προκαλέσει παρόμοια συναισθηματική επιβάρυνση με αυτήν που βιώνεται μετά τον θάνατο ενός μέλους της οικογένειας.
Η διαταραχή παρατεταμένου πένθους (prolonged grief disorder, PGD) χαρακτηρίζεται από έντονη θλίψη, δυσκολία στην κοινωνικοποίηση και στην καθημερινή λειτουργικότητα, καθώς και αίσθημα ότι ένα κομμάτι του εαυτού έχει χαθεί. Μέχρι πρόσφατα, η διάγνωση της διαταραχής περιοριζόταν σε άτομα που είχαν χάσει συγγενείς ή κοντινά πρόσωπα.
Ο Philip Hyland, καθηγητής Ψυχολογίας στο Maynooth University της Ιρλανδίας, υποστηρίζει ότι η ίδια διάγνωση μπορεί να εφαρμοστεί και σε όσους βιώνουν την απώλεια ενός αγαπημένου κατοικιδίου. Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα από 975 ενήλικες στο Ηνωμένο Βασίλειο, καταγράφοντας τα εξής αποτελέσματα:
Το 7,5% των συμμετεχόντων που είχε χάσει κατοικίδιο εμφάνιζε συμπτώματα παρατεταμένου πένθους, ποσοστό συγκρίσιμο με εκείνο των ανθρώπων που είχαν χάσει έναν στενό φίλο.
Το 20% όσων είχαν χάσει ταυτόχρονα ένα κατοικίδιο και ένα συγγενικό πρόσωπο ανέφεραν ότι η απώλεια του ζώου ήταν πιο επώδυνη.
Συνολικά, περίπου 1 στις 12 περιπτώσεις διαταραχής προέκυπτε μετά από θάνατο κατοικιδίου.
Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η συναισθηματική αξία ενός σκύλου ή μιας γάτας μπορεί να συγκριθεί με αυτήν που δίνεται σε μέλη της οικογένειας, καθώς οι δεσμοί που δημιουργούνται μέσω της καθημερινής φροντίδας και της συντροφιάς είναι ιδιαίτερα ισχυροί.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η αναγνώριση και η αποδοχή του πένθους για ένα κατοικίδιο είναι σημαντική. Η διαδικασία θρήνου μπορεί να χρειαστεί υποστήριξη από επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ιδίως όταν επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα του ατόμου.
Η έρευνα υπογραμμίζει ότι η σχέση ανθρώπου–ζώου δεν είναι μόνο συναισθηματική, αλλά έχει και σημαντικές ψυχολογικές επιπτώσεις, κάτι που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην αντιμετώπιση της απώλειας.












