Το δημογραφικό ζήτημα εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την Ελλάδα, με τα στοιχεία να δείχνουν μια αμείλικτη πραγματικότητα.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, οι θάνατοι υπερβαίνουν σταθερά τις γεννήσεις και, σύμφωνα με τους ειδικούς, αυτή η τάση θα συνεχιστεί και τις επόμενες δεκαετίες, ακόμη κι αν η πτώση των γεννήσεων σταματήσει.
Η πορεία των φυσικών ισοζυγίων, τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, επιβεβαιώνει ότι η γήρανση του πληθυσμού θα αποτελέσει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα των επόμενων χρόνων.
Οι εκτιμήσεις της Eurostat προβλέπουν μείωση του ελληνικού πληθυσμού κατά 14% έως το 2050, ενώ μέχρι το 2100 αναμένεται να περιοριστεί στα 7,3 εκατομμύρια. Η δημογραφική γήρανση δεν αποτελεί πλέον μελλοντικό σενάριο, αλλά μια πραγματικότητα που αποτυπώνεται καθαρά στα επίσημα δεδομένα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στα τέλη του 2025 για το έτος 2024, ο μόνιμος πληθυσμός της Ελλάδας την 1η Ιανουαρίου 2025 εκτιμήθηκε σε 10.372.335 άτομα, παρουσιάζοντας οριακή μείωση. Η πτώση αυτή θα ήταν πολύ μεγαλύτερη χωρίς τη θετική καθαρή μετανάστευση, η οποία συγκράτησε εν μέρει τη συνολική απώλεια.
Αποκαρδιωτικά τα πρώτα στοιχεία για το 2025
Όπως παρουσιάστηκε στην εκπομπή «Εξελίξεις Τώρα» του MEGA από τον καθηγητή εργατικού δικαίου Αλέξη Μητρόπουλο, τα πρώτα δεδομένα για το 2025 είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά.
Το 2024 καταγράφηκαν οι λιγότερες γεννήσεις από το 1932. Ο καθηγητής σημείωσε ότι «η τελευταία τετραετία είναι η χειρότερη, ενώ στην 15ετία 2011-2025 χάθηκαν 600.000 γεννήσεις».
Το γράφημα που παρουσιάστηκε δείχνει τη δραματική πτώση: από 114.766 γεννήσεις το 2010, ο αριθμός κατέρρευσε στις 66.532 το 2025, με την καθοδική πορεία να συνεχίζεται αδιάκοπα.
Τα αρνητικά φυσικά ισοζύγια μετά το 2010 (συνολικά 510.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις την περίοδο 2011-2024) συνέβαλαν καθοριστικά στη μείωση του πληθυσμού, η οποία εκτιμάται από την ΕΛΣΤΑΤ στις 715.000.
Μη αναστρέψιμη τάση
Οι πρόσφατες προβολές των Ηνωμένων Εθνών (2024) και της Eurostat (EUROPOP-2023) συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων–θανάτων στην Ελλάδα είναι μη αναστρέψιμο για την περίοδο 2025–2050.
Παράγοντες όπως η οικονομική αβεβαιότητα, η ανεργία, η υπεραπασχόληση των γονέων και η έλλειψη επαρκών κοινωνικών δομών (παιδικοί σταθμοί, άδειες γονέων) λειτουργούν αποτρεπτικά για τη δημιουργία οικογένειας.
Οι λύσεις στο τραπέζι
Η πρόσφατη ανάλυση της Allianz Trade επισημαίνει ότι οι οικογενειακές πολιτικές πρέπει να εστιάσουν στην ισότητα ευκαιριών για κάθε παιδί, ανεξαρτήτως εισοδήματος.
Παράλληλα, οι κυβερνήσεις οφείλουν να προσαρμόσουν εγκαίρως τις αγορές εργασίας και τα συνταξιοδοτικά συστήματα στη νέα δημογραφική πραγματικότητα.
Η ανάλυση υπογραμμίζει επίσης ότι, πέρα από το κόστος ζωής και την εργασιακή ασφάλεια, το κόστος εκπαίδευσης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την απόφαση απόκτησης περισσότερων παιδιών.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η στέγαση: η πρόσβαση σε στεγαστικά δάνεια και η προσιτή κατοικία συνδέονται θετικά με τη γονιμότητα, ενώ η αύξηση του κόστους στέγασης την επηρεάζει αρνητικά.
Η ανεργία, ιδιαίτερα στις ηλικίες 25–39, παραμένει επίσης καθοριστικός παράγοντας. Όπως σημειώνει η Allianz, η γονεϊκότητα συχνά αναβάλλεται σε περιόδους οικονομικής ύφεσης και αυξημένης ανεργίας.
Υψηλό κόστος ανατροφής και προβλέψεις
Πρόσφατες εκτιμήσεις δείχνουν ότι το συνολικό κόστος ανατροφής ενός παιδιού μέχρι την ενηλικίωση (18 έτη) κυμαίνεται μεταξύ 215.000 και 233.000 ευρώ, ανάλογα με τον τρόπο ζωής, τον τόπο κατοικίας και τις επιλογές της οικογένειας. Αυτό μεταφράζεται σε 11.942–13.000 ευρώ ετησίως ή 995–1.083 ευρώ μηνιαίως.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι παράγοντες όπως το αυξανόμενο κόστος ζωής, η περιορισμένη παιδική φροντίδα, τα στεγαστικά προβλήματα, η καθυστερημένη είσοδος στην αγορά εργασίας και η αύξηση των νέων που επιλέγουν να μείνουν άτεκνοι, θα διατηρήσουν τον παγκόσμιο δείκτη γονιμότητας σε χαμηλά επίπεδα στο άμεσο μέλλον.












