Η Ευρώπη ζει μια περίοδο συσσωρευμένων κρίσεων που δεν εξελίσσονται γραμμικά. Ανοίγουν παράλληλα μέτωπα σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία, αλλά με κοινό παρονομαστή την αναζήτηση ισορροπίας σε έναν κόσμο όπου η ισχύς επιστρέφει, οι συμμαχίες δοκιμάζονται και οι παλιοί κανόνες δεν επαρκούν. Σε αυτό το περιβάλλον, δεν ξεχωρίζει όποιος φωνάζει πιο δυνατά, αλλά όποιος κρατά σταθερή γραμμή όταν τα νερά θολώνουν.
Τις τελευταίες εβδομάδες, όπως γράφει ο Χρήστος Μυτιλινιός στην εφημερίδα «Political», δύο εξελίξεις έδειξαν καθαρά προς τα πού κινείται το διεθνές σύστημα. Η έκτακτη ευρωπαϊκή σύνοδος για τη Γροιλανδία και, σχεδόν ταυτόχρονα, η συζήτηση για ένα Συμβούλιο της Ειρήνης με επίκεντρο τη Γάζα. Δύο διαφορετικά θέατρα, μία κοινή πρόκληση: πώς η Ευρώπη θα παραμείνει παρούσα χωρίς να διαρρήξει τη διατλαντική σχέση και χωρίς να χάσει τον θεσμικό της χαρακτήρα.
Στήριξη της Δανίας με ψυχραιμία
Στο ζήτημα της Γροιλανδίας, η Ευρώπη κλήθηκε να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες. Από τη μία, η σαφής στήριξη στη Δανία και στην αρχή της κυριαρχίας. Από την άλλη, η αναγνώριση ότι η Αρκτική έχει μετατραπεί σε πεδίο γεωστρατηγικού ανταγωνισμού, με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία να βλέπουν εκεί κάτι πολύ περισσότερο από έναν παγωμένο χάρτη. Η ελληνική τοποθέτηση κινήθηκε ακριβώς σε αυτή τη λεπτή γραμμή: στήριξη στον ευρωπαϊκό εταίρο, αλλά χωρίς να αγνοείται η διάσταση της ασφάλειας και οι ανησυχίες της Ουάσιγκτον. Όχι ρητορική σύγκρουσης, όχι υποχώρηση, αλλά θεσμική ψυχραιμία.
Γάζα: συμμετοχή στην ειρήνη χωρίς παράκαμψη του ΟΗΕ
Λίγο μετά, το βλέμμα στράφηκε στη Γάζα. Η πρωτοβουλία για ένα Συμβούλιο της Ειρήνης άνοιξε συζήτηση για τον ρόλο που μπορεί -και πρέπει- να έχει η Ευρώπη σε μια σύγκρουση με τεράστιο ανθρωπιστικό βάρος και βαριές γεωπολιτικές προεκτάσεις. Η ελληνική παρέμβαση δεν κινήθηκε στη λογική των εύκολων ευχών. Τόνισε την ανάγκη για θεσμική λύση, με σεβασμό στον ΟΗΕ, σαφή χρονικό ορίζοντα και συγκεκριμένο αντικείμενο: το «μετά» της σύγκρουσης. Ούτε αποχή, ούτε άκριτη αποδοχή ενός νέου σχήματος. Συμμετοχή, αλλά με κανόνες. Αυτό ακριβώς είναι το νόημα της ισορροπίας.
Αυτές οι δύο κινήσεις δεν ήταν αποσπασματικές. Αντίθετα, προετοίμασαν το έδαφος για να διαβαστούν σωστά και παλαιότερα μέτωπα, όπως αυτό των δασμών. Οι μεγάλες «κόντρες» δεν ανήκουν στο σήμερα. Ξεκίνησαν όταν ο Ντόναλντ Τραμπ, μετά την επανεκλογή του, επανέφερε με ένταση τη ρητορική περί εμπορικών δασμών απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τότε ήταν που πολλοί στην Ευρώπη αντέδρασαν σπασμωδικά, μιλώντας για «αντίποινα» και εμπορικούς πολέμους.
Με το βλέμμα στους στρατηγικούς στόχους
Η ελληνική στάση από την αρχή εκείνης της περιόδου κινήθηκε αλλού. Χωρίς προσωπικές αντιπαραθέσεις και χωρίς υψηλούς τόνους, υπογράμμισε ότι οι εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ – ΕΕ είναι στρατηγικές, ότι οι δασμοί πλήττουν τελικά και τις δύο πλευρές και ότι η απάντηση της Ευρώπης πρέπει να είναι ενιαία και θεσμική, όχι κατακερματισμένη. Δεν ήταν στάση αδυναμίας. Ήταν στάση κατανόησης του συσχετισμού ισχύος και της ανάγκης να παραμείνει ανοιχτός ο δίαυλος διαλόγου. Ακριβώς αυτή η συνέπεια είναι που επιτρέπει σήμερα να μιλάμε για έναν ηγέτη που λειτουργεί ως γέφυρα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στον ρόλο του «ισορροπιστή». Τον έχει χτίσει βήμα-βήμα: στη γεωπολιτική της Αρκτικής, στη Μέση Ανατολή, στις διατλαντικές οικονομικές σχέσεις.
Ευρωπαϊκοί αμυντικοί εξοπλισμοί
Το ίδιο μοτίβο φαίνεται και στο θέμα των αμυντικών δαπανών. Η απόφαση της ΕΕ να κινηθεί προς την εξαίρεσή τους από τους αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς δεν είναι προϊόν μιας στιγμιαίας έμπνευσης. Είναι αποτέλεσμα μιας συζήτησης που ωρίμαζε, ειδικά από χώρες πρώτης γραμμής, οι οποίες εδώ και χρόνια επισημαίνουν ότι η άμυνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν οποιαδήποτε άλλη δαπάνη. Η Ελλάδα είχε θέσει αυτή τη θέση νωρίς, όχι για εθνικό όφελος, αλλά με το επιχείρημα ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι συλλογικό αγαθό.
Αν ενώσει κανείς τα κομμάτια, το συμπέρασμα είναι σαφές. Σε μια Ευρώπη που συχνά δυσκολεύεται να μιλήσει με μία φωνή, η Ελλάδα δεν επιλέγει τον δρόμο της φασαρίας. Επιλέγει τον δρόμο της σταθερότητας. Όχι ως μεγάλη δύναμη, αλλά ως αξιόπιστος συνομιλητής και των δύο πλευρών του Ατλαντικού. Και αυτό στις σημερινές συνθήκες είναι ίσως το πιο σπάνιο -και το πιο χρήσιμο- πολιτικό κεφάλαιο.












