
Σε μια συγκυρία αυξημένης αβεβαιότητας, με τις διεθνείς εξελίξεις να βρίσκονται στο προσκήνιο, ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών, Τάσος Χατζηβασιλείου μιλάει στο epolitical.gr για την θέση της Ελλάδας στο ασταθές περιβάλλον, για την κρίση στις ευρωατλαντικές σχέσεις, για τα ελληνοτουρκικά αλλά και για της αντοχές της κυβερνητικής στρατηγικής.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν στασιμότητα στα ποσοστά της ΝΔ και αυξητικές τάσεις στους αναποφάσιστους. Πώς το ερμηνεύετε και τι μήνυμα στέλνει αυτό στο κυβερνητικό επιτελείο;
Ας ξεκινήσουμε με μια σημαντική μεθοδολογική παρατήρηση. Κάθε δημοσκοπική μέτρηση μακριά από τον εκλογικό χρόνο παραμένει μια «χαλαρή» καταγραφή συγκυριακών τάσεων. Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά σχεδόν επτά χρόνια και παραμένει πρώτη δύναμη επί μία δεκαετία – στις δημοσκοπήσεις, καθώς και σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις. Δεν υπάρχει προηγούμενο στη μεταπολίτευση όπου μια παράταξη που κυβερνά επτά έτη να προηγείται με τόσο μεγάλη διαφορά από το δεύτερο κόμμα. Και οι πολίτες αναγνωρίζουν ότι έγιναν πολλά και σημαντικά για τη χώρα, παρά τις όποιες αστοχίες και τα λάθη που έγιναν.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την πρώτη ημέρα, παρουσίασε ένα αξιόπιστο και καθαρό πολιτικό σχέδιο και έθεσε στόχους για την πατρίδα. Για το κατά πόσο υλοποιήσαμε όσα υποσχεθήκαμε στους Έλληνες πολίτες, θα κριθούμε στις εκλογές του 2027. Στην κάλπη, όπου η Ελληνίδα και ο Έλληνας ψηφοφόρος θα προσέλθουν «ζυγίζοντας» όλα όσα έχουν φέρει τον τόπο μας σε ένα ασφαλές και διαρκές περιβάλλον δυναμικής ανάπτυξης.
Σε περίπτωση που οι διεθνείς εξελίξεις επιδεινωθούν τους επόμενους μήνες, θεωρείτε πιθανό οι εκλογές να διεξαχθούν με κυρίαρχο θέμα την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια, αντί για την οικονομία και την καθημερινότητα;
Ζούμε σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα. Πολλά από όσα θεωρούσαμε δεδομένα πριν λίγα χρόνια, σήμερα αμφισβητούνται. Γι’ αυτό και η Ευρώπη καλείται να προσαρμοστεί. Η Ελλάδα ασκεί στην πράξη ενεργητική και πολυδιάστατη διπλωματία με μετρήσιμα αποτελέσματα, θωρακίζοντας την εθνική άμυνα και συσσωρεύοντας διπλωματικό κεφάλαιο. Διαχρονικά, οι πολίτες ψηφίζουν με κριτήριο το πώς επηρεάζεται η ζωή τους: το εισόδημα, η δουλειά τους, η ασφάλεια, η προοπτική των παιδιών τους. Η οικονομία και η καθημερινότητα ήταν και παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες.

Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα και έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαχειρίζεται κρίσεις – οικονομικές, υγειονομικές, γεωπολιτικές. Προφανώς, η μεγάλη εικόνα, η ρευστότητα και το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνεται θα παίξει ρόλο στην επιλογή των πολιτών. Όπως και το ποιος κρατάει και μπορεί να κρατήσει ακόμα πιο σθεναρά το τιμόνι της χώρας, στο πέλαγος της διεθνούς αστάθειας.
Απέναντι σε μια Τουρκία που επανέρχεται σε υψηλούς τόνους, η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση για υπερβολική ανοχή. Υπάρχει όριο πέρα από το οποίο η στρατηγική του διαλόγου μετατρέπεται σε πολιτικό κόστος;
Αρχικά, θέλω να υπογραμμίσω ότι η στρατηγική του διαλόγου ως τώρα έχει επιφέρει θετικά αποτελέσματα στο μεταναστευτικό, στα ζητήματα κλιματικής κρίσης, στον τουρισμό και σε μία σειρά θεμάτων οικονομικού ενδιαφέροντος. Υπεύθυνη πολιτική είναι να μη φοβάσαι να συνομιλείς, ακόμη και με εκείνον με τον οποίο διαφωνείς. Αυτό δεν είναι αδυναμία· είναι αυτοπεποίθηση και ισχύς.

Η Ελλάδα επιδιώκει λειτουργικές σχέσεις με την Τουρκία, χωρίς καμία απολύτως μετατόπιση από τις εθνικές μας θέσεις. Η μόνη διαφορά που αναγνωρίζουμε είναι ο καθορισμός υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Διάλογος δεν σημαίνει εκπτώσεις. Σημαίνει ότι διατυπώνεις τις θέσεις σου ξεκάθαρα και κρατάς ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα θωρακίζεις τη χώρα σου πολιτικά, διπλωματικά και αμυντικά. Στο ίδιο πλαίσιο, τονίζουμε ότι δεν έχουμε και δεν χρειαζόμαστε διαμεσολαβητές. Αθήνα και Άγκυρα μπορούν και πρέπει να συνομιλούν απευθείας, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου.
Με φόντο τις νέες δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων και την επαναφορά σκληρής ρητορικής στο Αιγαίο, μπαίνουμε σε φάση δοκιμής των «ήρεμων νερών» ή πρόκειται για τακτική εσωτερικής κατανάλωσης της Άγκυρας;
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου ΥΠΕΞ εξέπεμψαν ένα σήμα ότι υπάρχει διάθεση συζήτησης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αλλάζουν αυτομάτως οι πάγιες θέσεις της Άγκυρας. Το κρίσιμο είναι να παραμένει ανοιχτός ο δίαυλος επικοινωνίας, με ρεαλισμό και χωρίς υπερβολικές προσδοκίες. Θετικό σενάριο είναι να συνεχιστεί η τακτική που ήδη εφαρμόζεται: πολιτικός διάλογος, θετική ατζέντα, συνεργασία σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος. Η συνεργασία στα ζητήματα αυτά αποτελεί κεκτημένο που πρέπει να διαφυλαχθεί, ακόμη κι αν κατά καιρούς έχουμε ρητορικές εντάσεις και για εσωτερική κατανάλωση στην Τουρκία.
Η κρίση στις διατλαντικές σχέσεις λόγω Ντ. Τραμπ επηρεάζει την ελληνική διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στην Τουρκία εντός ΝΑΤΟ;
Η Ελλάδα έχει οικοδομήσει στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει αναδειχθεί σε κομβικό σύμμαχο στην ευρύτερη περιοχή, σε γεωπολιτικό και ενεργειακό επίπεδο. Έχουμε κοινές προτεραιότητες στην Ανατολική Μεσόγειο και αυτό το κρίσιμο στοιχείο δίνει νέα δυναμική στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Δεν εκτιμώ ότι η κρίση στις ευρωαμερικανικές σχέσεις επηρεάζει άμεσα τα ελληνοτουρκικά. Άλλωστε, όπως ανέφερα δεν ποντάρουμε σε «μεσάζοντες». Θέτουμε σταθερά τις θέσεις μας, όπως απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο, απέναντι σε κάθε ανεδαφικό επιχείρημα της Άγκυρας. Είτε το διεθνές περιβάλλον είναι σταθεροποιημένο είτε όχι, η Ελλάδα ακολουθεί σαφή πολιτική στα ελληνοτουρκικά.
Η Κομισιόν μιλά για προτεραιότητα στον διάλογο και όχι στην κλιμάκωση για τους δασμούς. Είναι ρεαλιστική αυτή η προσέγγιση;
Η ισορροπημένη ευρωατλαντική σχέση, που για δεκαετίες θεωρούσαμε δεδομένη, σήμερα δοκιμάζεται. Αυτό επιβάλλει στην Ευρώπη να είναι ενωμένη και να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις με θεσμική σοβαρότητα και στρατηγική ψυχραιμία. Οι εμπορικοί και δασμολογικοί πόλεμοι δεν ωφέλησαν ποτέ κανέναν. Ακόμα και την τελευταία στιγμή, όσο ήταν στο Νταβός, ο Αμερικανός Πρόεδρος πήρε πίσω την απειλή επιβολής νέων δασμών. Στην Ευρώπη, πιστεύουμε στις ανοιχτές αγορές, με σαφές πλαίσιο κανόνων. Πιστεύουμε και στον διάλογο με τις ΗΠΑ, τον κορυφαίο σύμμαχο και εταίρο της Ε.Ε. Η συζήτηση είναι το καλύτερο μέσο για να προστατευθούν τα κοινά συμφέροντα και η διεθνής σταθερότητα.











