Λίγες εβδομάδες πριν από τη σχεδιαζόμενη συνάντηση κορυφής Μητσοτάκη-Ερντογάν, η Άγκυρα επιλέγει να ανεβάσει ξανά το θερμόμετρο στο Αιγαίο, επαναφέροντας ανοιχτά ζητήματα κυριαρχίας μέσω δύο τουρκικών NAVTEX με πρωτοφανή χρονική διάρκεια. Μια κίνηση που σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Βασίλη Σκουλαράκου στην εφημερίδα «Political», δεν μπορεί να εκληφθεί ως τεχνική ή συγκυριακή, αλλά ως καθαρό πολιτικό μήνυμα αμφισβήτησης, τη στιγμή που επισήμως καλλιεργείται το αφήγημα των «ήρεμων νερών».
Οι τουρκικές ανακοινώσεις, που εκδόθηκαν από τους σταθμούς της Σμύρνης και της Αττάλειας, δεν περιορίζονται σε οδηγίες προς ναυτιλλομένους για λόγους ασφάλειας. Αντιθέτως, αποτυπώνουν σε μορφή NAVTEX τις πάγιες και αναθεωρητικές θέσεις της Άγκυρας περί δικαιοδοσίας στο Αιγαίο και περί δήθεν αποστρατιωτικοποιημένων ελληνικών νησιών, επιχειρώντας να μετατρέψουν πολιτικές διεκδικήσεις σε «ναυτική κανονικότητα».
Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Με την Αθήνα να διακηρύσσει σε όλους τους τόνους το νόμιμο και αναφαίρετο δικαίωμά της για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, η Τουρκία επανέρχεται στην πάγια τακτική της ρητορικής πίεσης και των παράνομων και παράλογων διεκδικήσεων. Και το ερώτημα τίθεται ξανά, με μεγαλύτερη ένταση: πώς μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος όταν ο συνομιλητής επιλέγει να αμφισβητεί ευθέως την κυριαρχία σου πριν καν καθίσετε στο ίδιο τραπέζι;
Όχημα πολιτικών θέσεων
Οι δύο τουρκικές NAVTEX που εκδόθηκαν δεν συνιστούν ουσιαστικά αγγελίες προς ναυτιλλομένους για συγκεκριμένους κινδύνους στη ναυσιπλοΐα. Αντιθέτως, λειτουργούν ως όχημα πολιτικών θέσεων. Η Άγκυρα επιλέγει συνειδητά να «κλειδώσει» τις πάγιες αξιώσεις της σε επίσημα ναυτικά έγγραφα, ενημερώνοντας τη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα για τις μονομερείς της ερμηνείες περί δικαιοδοσίας και αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών.
Η πρώτη NAVTEX κάνει λόγο για «τουρκική υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο Πέλαγος», τα όρια της οποίας -όπως αναφέρει- «μένει να οριοθετηθούν από τα παράκτια κράτη», απαιτώντας μάλιστα κάθε ερευνητική δραστηριότητα να πραγματοποιείται σε συντονισμό με τις τουρκικές αρχές.
Πρόκειται σαφώς για ευθεία αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και διεθνώς κατοχυρωμένων αρμοδιοτήτων.
Η δεύτερη NAVTEX προχωρά ακόμη περισσότερο, κατονομάζοντας δεκάδες ελληνικά νησιά τα οποία η Άγκυρα θεωρεί αυθαίρετα «μόνιμα αποστρατιωτικοποιημένα». Θάσος, Άγιος Ευστράτιος, Ψαρά, Σαμοθράκη, Λήμνος, Λέσβος, Χίος, Ικαρία, Σάμος, Αστυπάλαια, Ρόδος, Χάλκη, Κάρπαθος, Κάσος, Τήλος, Νίσυρος, Κάλυμνος, Λέρος, Πάτμος, Λειψοί, Σύμη, Κως, σύμπλεγμα Καστελλόριζου, περιλαμβάνοντας στην τουρκική λίστα, με την Άγκυρα να παραθέτει και τις Διεθνείς Συνθήκες (Διάσκεψη του Λονδίνου του 1914, Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και Συνθήκη των Παρισίων του 1947) που -όπως αυθαίρετα υποστηρίζει- τεκμηριώνουν ότι «δεν πρέπει να διεξάγονται στρατιωτικές δραστηριότητες στα χωρικά ύδατα αυτών των νησιών».
Αναφέρει, δε, πως ανά χρονικά διαστήματα «κάποιοι σταθμοί» -χωρίς να κάνει ονομαστική αναφορά στην Ελλάδα ή στην Υδρογραφική Υπηρεσία της- εκδίδουν ειδοποιήσεις για στρατιωτικά γυμνάσια στα χωρικά ύδατα των εν λόγω νησιών, κάτι που μπορεί να προκαλέσει κινδύνους στη ναυσιπλοΐα «κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών».
Στην πραγματικότητα, η Τουρκία δεν εκδίδει οδηγίες ασφαλείας, αλλά οικοδομεί ένα θεσμικό πλαίσιο αμφισβήτησης, ως «ομπρέλα» που προηγείται των επιμέρους NAVTEX που θα εκδώσει τους επόμενους μήνες για δέσμευση περιοχών για στρατιωτικές ασκήσεις, μετατρέποντας τη ρητορική σε πρακτική πίεση επί του πεδίου.
Ψυχραιμία στην Αθήνα
Στην Αθήνα, η νέα τουρκική πρόκληση αντιμετωπίζεται με απόλυτη νηφαλιότητα και καθαρή επίγνωση του περιεχομένου της. Κυβερνητικές και στρατιωτικές πηγές επισημαίνουν ότι πρόκειται για ανακύκλωση πάγιων και απολύτως γνωστών θέσεων της Άγκυρας, οι οποίες δεν παράγουν κανένα νέο νομικό ή επιχειρησιακό δεδομένο.
Την ίδια στιγμή ωστόσο, η ελληνική πλευρά δεν υποτιμά τη σημειολογία και τον συγχρονισμό των κινήσεων. Οι Ένοπλες Δυνάμεις βρίσκονται σε διαρκή επιχειρησιακή εγρήγορση, με ενισχυμένη επιτήρηση σε όλα τα σημεία αυξημένου ενδιαφέροντος και σαφείς κανόνες αντιμετώπισης οποιασδήποτε πρόκλησης.
Με συνεχή διπλωματική κινητικότητα αλλά και ετοιμότητα στο επιχειρησιακό πεδίο, η Ελλάδα διαμηνύει πως δεν αιφνιδιάζεται, δεν παρασύρεται σε επικίνδυνη ρητορική, αλλά δεν αφήνει και χωρίς απάντηση οποιαδήποτε αμφισβήτηση της κυριαρχίας της και των δικαιωμάτων της, επικαλούμενη πάντοτε το Διεθνές Δίκαιο.












