Τα κλειστά και μπαζωμένα ρέματα στο λεκανοπέδιο της Αττικής αποτελούν τα τελευταία χρόνια έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους κάθε φορά που αναμένεται σφοδρή βροχόπτωση. Πικροδάφνη, Ποδονίφτης, Εσχατιά, Κοροπούλη είναι τα πιο «ζωντανά» κι επικίνδυνα, όχι όμως τα μόνα.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Κώστα Παπαδόπουλου για την εφημερίδα «Political», οι εικόνες από τα νότια προάστια και ιδιαίτερα την Άνω Γλυφάδα καταδεικνύουν ότι όχι μόνο δεν σεβαστήκαμε τη φύση, αλλά ακόμη και τώρα δεν έχουμε κάνει τα απαραίτητα έργα για την προστασία ανθρώπινων ζωών και περιουσιών. «Η βροχόπτωση μέσα σε λίγες ώρες το απόγευμα της Τετάρτης σε πολλές περιοχές της Αττικής ήταν μεγαλύτερη από αυτή που περιμένουμε σε διάστημα ενός μηνός, γι’ αυτό και ρέματα μετατράπηκαν σε χειμάρρους. Τα φυσικά και τεχνητά συστήματα αποστράγγισης δεν άντεξαν κι αυτό μας δείχνει ότι πρέπει να δράσουμε άμεσα στα φυσικά υδατορέματα», σημειώνει μιλώντας στην «P» ο καθηγητής Τεχνικής Υδρολογίας και Διαχείρισης Υδατικών Πόρων του ΑΠΘ Αθανάσιος Λουκάς.
Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με μελέτη του ΕΜΠ, το 1945 υπήρχαν 1.280 χλμ. ανοιχτών ρεμάτων σε όλη την Αττική και σήμερα μόλις και μετά βίας φτάνουν τα 434 χλμ.
«Απαιτείται μια οριζόντια συστράτευση παρεμβάσεων»
Ειδικά τον τελευταίο μήνα, λόγω και των δύο μεγάλων βροχοπτώσεων, το ρέμα της Πικροδάφνης, το οποίο ξεκινάει από τη δυτική πλευρά του Υμηττού και μετά από μία διαδρομή περίπου 9 χλμ. καταλήγει στη θάλασσα, είναι σχεδόν μόνιμα στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Το γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό έχει μπαζωθεί και οικοδομηθεί, στα σύνορα Αγίου Δημητρίου, Καλαμακίου και Παλαιού Φαλήρου, έχει ως αποτέλεσμα να προκληθούν καθιζήσεις και οικοδομήματα να βρίσκονται κυριολεκτικά στον αέρα.
«Το πρόβλημα στην Αττική είναι βαθύτατα δομικό: οι υφιστάμενες υποδομές σχεδιάστηκαν με υδρολογικά δεδομένα περασμένων δεκαετιών και αδυνατούν πλέον να διαχειριστούν τη σύγχρονη κλιματική πραγματικότητα», σημειώνει στην «P» η Ελισάβετ Φελώνη, καθηγήτρια στη Σχολή Μηχανικών του Πανεπιστημίου Δυτ. Αττικής, και προσθέτει: «Απαιτείται μια οριζόντια συστράτευση παρεμβάσεων: από την απελευθέρωση των στενώσεων σε κρίσιμα ρέματα όπως ο Ποδονίφτης, η Εσχατιά και η Πικροδάφνη, μέχρι την υιοθέτηση λύσεων βασισμένων στη φύση (NBS) μέσα στις γειτονιές».
Ένα από τα πιο γνωστά και συνάμα επικίνδυνα ρέματα στο λεκανοπέδιο της Αττικής είναι ο Ποδονίφτης, το φυσικό σύνορο Νέας Φιλαδέλφειας και Αττικής, μεγάλο τμήμα του οποίου είναι πλέον υπόγειο και αρκετές φορές έχει μετατραπεί σε χείμαρρο.
Άναρχη δόμηση
Στα δυτικά προάστια της Αττικής, πολλές περιοχές είναι κυριολεκτικά στο κόκκινο, λόγω της άναρχης δόμησης πάνω σε ρέματα. Ίσως η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση είναι το ρέμα Κοροπούλη, που το φούσκωμά του προκάλεσε τις φονικές πλημμύρες στη Μάνδρα το 2017. Ανάλογης επικινδυνότητας είναι και το ρέμα του Αγίου Γεωργίου στον Ασπρόπυργο, το οποίο υπερχείλισε κι αυτό την Τετάρτη για μία ακόμη φορά, προκαλώντας ζημιές στην περιοχή Γκορίτσα.
Το ενδιαφέρον των επιστημόνων και της Πολιτείας συγκεντρώνει επίσης το ρέμα της Αγίας Αικατερίνης που μαζί με τον Σαρανταπόταμο, το ρέμα της Εσχατιάς στο Μενίδι και την Καναπίτσα θεωρούνται εξόχως πιθανά να προκαλέσουν πλημμυρικά φαινόμενα και μεγάλης έκτασης καταστροφές. «Υπάρχει σαφής πολιτική ευθύνη για την ανοχή στην αυθαίρετη δόμηση μέσα στα ρέματα και για την εμμονή σε έργα βιτρίνας αντί για έργα ουσίας», τονίζει η δρ Φελώνη και εξηγεί ότι «το κόστος αποκατάστασης των ζημιών από μία και μόνο πλημμύρα υπερβαίνει κατά πολύ το κόστος της προληπτικής θωράκισης».












