
Το 2025 η ελληνική αγορά ακινήτων απέδειξε ξανά την ανθεκτικότητά της και την ελκυστικότητά της για ξένους αγοραστές, με σαφή προτίμηση σε μεσαίας αξίας, παλαιότητας άνω των πέντε ετών κατοικίες. Η έρευνα της RE/MAX Ελλάς καταγράφει μια εικόνα όπου το «μέτρο» —ακίνητα 60–100 τ.μ. και τιμές μεταξύ 100.000 και 200.000 ευρώ— λειτουργεί ως το βασικό σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην προσφορά, τη ζήτηση και την αποδοτικότητα της επένδυσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η προσωπική χρήση κυριαρχεί: το 52% των ξένων αγοραστών προτίμησε το ακίνητο ως δεύτερη ή εξοχική κατοικία. Η τάση αυτή αντανακλά την συνεχιζόμενη ζήτηση για μικρές και μεσαίες κατοικίες κοντά σε παραθαλάσσιες ή περιφερειακές ζώνες, όπου ο συνδυασμός ποιότητας ζωής και επαφής με τη φύση παραμένει ισχυρός δέλεαρ. Η επενδυτική προοπτική —εκμίσθωση ή μεταπώληση— ακολουθεί με 30%, ενώ μόλις το 10% στράφηκε στην αγορά για μόνιμη κατοικία. Το ποσοστό όσων προχώρησαν για λόγους Golden Visa περιορίστηκε στο 8%, ένδειξη ότι η θεσμική παροχή διαμονής μέσω επένδυσης χάνει σταδιακά τη δεσπόζουσα θέση ως κύριος μοχλός ζήτησης.
Πρώτη επιλογή τα μεταχειρισμένα διαμερίσματα
Αναλυτικά κατά τύπο ακινήτου, τα διαμερίσματα παραμένουν πρώτη επιλογή, καλύπτοντας το 38% των αγορών, ενώ οι μονοκατοικίες (27%) και οι μεζονέτες (20%) ακολουθούν —μια διάρθρωση που δείχνει τη διττή επιδίωξη των αγοραστών για άνεση αλλά και ιδιωτικότητα. Τα οικόπεδα, με 9%, καθώς και τα επαγγελματικά ακίνητα και τα αγροτεμάχια (από 3% το καθένα), δείχνουν ότι οι περισσότεροι ξένοι επιλέγουν έτοιμες λύσεις κατοικίας παρά ενεργές επενδύσεις γης ή επιχειρηματικού χαρακτήρα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σαφής προτίμηση στα μεταχειρισμένα ακίνητα: το 78% των ξένων αγοραστών επέλεξε ακίνητα άνω των πέντε ετών, έναντι 20% για νεόδμητα και μόλις 2% για ανακαινισμένα. Η τάση αυτή υπογραμμίζει την καθοριστική σημασία της σχέσης τιμής–αξίας: οι ξένοι αγοραστές φαίνεται να αναζητούν συμφέρουσες επιλογές που χρειάζονται μικρές βελτιώσεις ή προσφέρουν άμεση διαθεσιμότητα και αποδεδειγμένη λειτουργικότητα.
Το «γλυκό σημείο» της αγοράς επιβεβαιώνεται από τα μεγέθη: το 75% των αγορών αφορά ακίνητα 61–100 τ.μ., ενώ τα πολύ μικρά (έως 60 τ.μ.) και τα μεσαίου μεγέθους 101–150 τ.μ. μοιράζονται από 10% το καθένα. Ακίνητα πάνω από 151 τ.μ. αντιπροσωπεύουν το 5% —μια ένδειξη ότι η πλειονότητα προτιμά κατοικίες με επαρκή χώρο αλλά χωρίς υπερβολές στην επιφάνεια. Στο οικονομικό εύρος, σχεδόν οι μισές συναλλαγές (47%) εντοπίζονται στην κατηγορία 100.001–200.000 ευρώ. Το 27% αφορά την κλίμακα 200.001–300.000 ευρώ και το 17% αγορές 50.001–100.000 ευρώ, ενώ οι εξτρεμικές τιμές κάτω των 50.000 ή άνω των 300.000 ευρώ παραμένουν περιθωριακές.
Περιορισμένη διαθεσιμότητα
Παρά την υγιή ζήτηση, δεν λείπουν τα «φρένα». Το 48% των υποψήφιων αγοραστών δηλώνει ότι επαναξιολογεί ή επιβραδύνει την αγορά όταν δεν βρίσκει άμεσα το επιθυμητό ακίνητο, αποδεικνύοντας ότι η ρευστότητα της αγοράς και η διαθεσιμότητα κατάλληλων επιλογών παραμένουν κρίσιμοι παράγοντες. Επιπλέον, η περιορισμένη διαθεσιμότητα επηρεάζει το 15% των αποφάσεων, η άνοδος τιμών το 13%, προσωπικοί λόγοι το 12% και η γραφειοκρατία μόλις το 8% —στοιχεία που δείχνουν πως παράγοντες αγοράς υπερτερούν έναντι θεσμικών επιβαρύνσεων.
Χρονικά, η διαδικασία λήψης απόφασης διαφέρει: το 34% απαιτεί 4–6 μήνες, το 24% αποφασίζει σε 2–3 μήνες, ενώ περίπου 40% είτε επιταχύνει κάτω των δύο μηνών είτε καθυστερεί πάνω από επτά μήνες. Η ποικιλία αυτή αντικατοπτρίζει τόσο την προσωπική δυναμική των επενδυτών όσο και την πολυπλοκότητα των διαπραγματεύσεων και της μεταβίβασης ακινήτων.
Γενικότερα, η εικόνα του 2025 δείχνει μια ελληνική αγορά ακινήτων που προσελκύει στοχευμένα ξένους αγοραστές: μετρημένες δαπάνες, ρεαλιστικές προσδοκίες και σαφής προτίμηση σε κατοικίες με πρακτικό μέγεθος και καλή σχέση τιμής–ποιότητας. Η σταθερότητα αυτή διατηρεί τη θέση της χώρας ως προορισμού για εξοχική κατοικία και επιλεγμένες επενδύσεις στη Μεσόγειο, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστούν η επαρκής προσφορά και η ευελιξία στις διαδικασίες συναλλαγής.












