Πόσο έχει ένα λίτρο λάδι στο σουπερμάρκετ; Από μια πρόχειρη έρευνα προκύπτει ότι η συσκευασία του 1 λίτρου για έξτρα ελαιόλαδο ευρείας κυκλοφορίας κινείται μεταξύ 7,5 έως 9,5 ευρώ το λίτρο, για τη συσκευασία των 2 λίτρων από 7,2 έως 8,6 ευρώ το λίτρο και για τη συσκευασία των 4 λίτρων από 6,53 έως 8,3 ευρώ το λίτρο. Οι συσκευασίες πλέον των 5 λίτρων που βλέπαμε στο παρελθόν έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, ώστε να δημιουργείται η ψευδαίσθηση στον καταναλωτή ότι το προϊόν είναι φθηνότερο.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Political», την ίδια στιγμή, ο παραγωγός σήμερα πουλάει χονδρική το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο οξύτητας 0,3 (έχει σημασία αυτό όπως θα δούμε) από 4,2 έως και 5 ευρώ το κιλό. Όπως μπορεί κάποιος να αντιληφθεί, ο παραγωγός πουλά το προϊόν του με το κιλό και αυτό φτάνει στον καταναλωτή να πωλείται με το λίτρο. Δεδομένου ότι το 1 λίτρο αντιστοιχεί σε 920 γραμμάρια ελαιολάδου, καθίσταται αντιληπτό ότι το 1 κιλό αντιστοιχεί σε 1,087 λίτρο. Έτσι ο παραγωγός πουλά το λίτρο με τιμές μεταξύ 3,86 και 4,6 ευρώ.
Διπλάσια τιμή
Αυτό σημαίνει ότι από τον παραγωγό μέχρι το σουπερμάρκετ το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο φτάνει σε διπλάσια τιμή. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Αναφέραμε προηγουμένως ότι η τιμή παραγωγού αφορά τα λάδια οξύτητας 0,3.
Όμως ως έξτρα παρθένο ελαιόλαδο θεωρείται το ελαιόλαδο το οποίο έχει οξύτητα έως και 0,8. Αν ο παραγωγός όμως πουλήσει λάδι με 0,8 οξύτητα, τότε τη διαφορά των 0,5 βαθμών την «πληρώνει» με μείωση τιμής 0,1 ευρώ ανά 0,1 μεγαλύτερο των 0,3 βαθμό οξύτητας, δηλαδή ένα ελαιόλαδο με οξύτητα 0,6 μπορεί να πουληθεί μεταξύ 3,9 και 4,7 ευρώ το κιλό.
Αυτό όμως έχει τον… σκοπό του, καθώς ο έμπορος που το αγοράζει μπορεί να κάνει και ανάμειξη. Έτσι μπορεί να αγοράσει λάδι με οξύτητα 0,3 ευρώ και να το αναμείξει με παρθένο ελαιόλαδο του οποίου η οξύτητα είναι ανώτερη των 0,8 βαθμών και κατώτερη των 2. Όμως το απλό παρθένο ελαιόλαδο είναι αρκετά φθηνότερο του έξτρα παρθένου και η τιμή του κυμαίνεται ανάλογα με την οξύτητα (όσο μεγαλύτερη τόσο φθηνότερο) μεταξύ 3 και 3,5 ευρώ.
Κομμένος και ραμμένος ο νόμος
Η ανάμειξη του ελαιόλαδου, δηλαδή, εξαιρετικού παρθένου και παρθένου, δεν μπορεί να ανιχνευτεί, καθώς το προϊόν που προκύπτει παραμένει έξτρα παρθένο αλλά με κατώτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στα πολύ ακριβά ελαιόλαδα αναγράφεται η οξύτητα όταν είναι 0,3 ή 0,4 ή και σπανίως 0,2, ενώ στα υπόλοιπα δεν έχουμε αναγραφή, καθώς αυτό δεν είναι υποχρεωτικό από τον νόμο.
Φαίνεται ότι ο νόμος έχει φτιαχτεί στα μέτρα των διακινητών ελαιόλαδου. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, καθίσταται αντιληπτό ότι η τιμή με την οποία φεύγει από τον παραγωγό ένα σύνηθες ευρείας κατανάλωσης εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο κινείται μεταξύ 3,3 και 4 ευρώ το λίτρο, γεγονός που σημαίνει ότι πωλείται σε υπερδιπλάσιες τιμές στον τελικό καταναλωτή. Σημειώνεται δε ότι η τιμή που λαμβάνει ο παραγωγός στην πραγματικότητα είναι ακόμα χαμηλότερη, καθώς για κάθε 100 κιλά που παράγει το ελαιοτριβείο του κρατά δικαίωμα έκθλιψης από 9 έως και 12 κιλά.
Να το ελέγξει το υπουργείο
Βεβαίως για να φτάσει στον καταναλωτή μεσολαβούν η διαδικασία συσκευασίας ή και φιλτραρίσματος, τα κόστη μεταφοράς και αποθήκευσης και τα κόστη προώθησης. Το κόστος για το 1 λίτρο δεν ξεπερνά τα λίγα λεπτά του ευρώ και για δοχεία 4 λίτρων τα 50 με 60 λεπτά του ευρώ για μεγάλες ποσότητες. Η απώλεια στο φιλτράρισμα ανέρχεται από 2% έως 3% και τα κόστη μεταφοράς εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες. Σε γενικές γραμμές, τα παραπάνω κόστη μαζί με της διαφήμισης δεν υπερβαίνουν το 1 ευρώ το λίτρο. Αυτό και μόνο δείχνει ότι τα κέρδη των μεσαζόντων εμπόρων, της βιομηχανίας και των σουπερμάρκετ είναι τεράστια. Το ποιος αισχροκερδεί οφείλει να το βρει το υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο έχει τη δυνατότητα να ιχνηλατήσει τις συναλλαγές που παρεμβάλλονται από το χωράφι έως το ράφι.












