Στη Θεσσαλονίκη ο Τσίπρας έστησε αφήγημα «νέου πατριωτισμού» και προοδευτικής ανασύνθεσης, με φόντο κράτος-λάφυρο, MERCOSUR και τη δυσπιστία μιας κοινωνίας που δεν χειροκροτεί πια χωρίς απόδειξη

Στη Θεσσαλονίκη, η παρουσίαση της Ιθάκης δεν κύλησε σαν βιβλιοφιλική βραδιά αλλά σαν πολιτικό «τεστ θερμοκρασίας». Στην αίθουσα, εκείνο το γνώριμο μείγμα: άνθρωποι που έχουν κουραστεί να τους υπόσχονται «restart», αλλά εξακολουθούν να θέλουν κάποιον να τους μιλήσει σοβαρά, χωρίς emojis, χωρίς πατριωτικές κορδέλες. Ο Αλέξης Τσίπρας πήρε τον λόγο και έστησε ένα πλαίσιο: κόσμος που γλιστρά προς τον αυταρχισμό, Ευρώπη που χάνει νεύρο, Ελλάδα που κινδυνεύει να μπερδέψει τις συμμαχίες με την υποτέλεια.
Η ομιλία του ξεκίνησε «από πάνω»: διεθνείς αναταράξεις, η λογική του «δικαίου του ισχυρού», η αμήχανη Ευρώπη. Όμως η ουσία ήταν αλλού: στην προειδοποίηση ότι αν συνηθίσεις να κάνεις τα στραβά μάτια στο διεθνές δίκαιο, κάποια στιγμή θα χρειαστείς το διεθνές δίκαιο και δεν θα σου περισσεύει αξιοπιστία. Από εκεί πέρασε στη γνωστή του θέση για μια «πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική», με αιχμές για μια Ελλάδα που, όπως είπε, λειτουργεί ως «προκεχωρημένο φυλάκιο» αντί για «πυλώνας σταθερότητας».
Στη δεύτερη στροφή, κατέβηκε στο εσωτερικό: κράτος που «αναπαλαιώθηκε», θεσμοί που στραβώνουν, λογοδοσία που εξαφανίζεται. Οι υποκλοπές – όχι ως μεμονωμένο σκάνδαλο, αλλά ως “μοντέλο εξουσίας” -, ο ΟΠΕΚΕΠΕ ως σύμπτωμα, τα Τέμπη ως τραύμα που επιστρέφει. Εδώ ο Τσίπρας δεν επιχείρησε απλώς αντιπολιτευτική καταγραφή. Επιχείρησε να περιγράψει έναν μηχανισμό: όταν η εξουσία πιστεύει ότι δεν θα πληρώσει πολιτικό κόστος, αρχίζει να φέρεται σαν να μην υπάρχει κοινωνία, μόνο κοινό.
Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι ήρθε όταν προσπάθησε να ξαναπάρει μια λέξη που στην Ελλάδα την έχουν μονοπωλήσει όσοι την χρησιμοποιούν για να κρύψουν ανεπάρκειες: «πατριωτισμός». Μίλησε για «νέο πατριωτισμό» – κοινωνική δικαιοσύνη, δημοκρατία, αξιοπρέπεια, ισχυρό κοινωνικό κράτος. Και μετά πέταξε το καρφί που στη Βόρεια Ελλάδα ακούγεται αλλιώς: MERCOSUR. «Τι ακριβώς ψήφισε ΝΑΙ η κυβέρνηση;» ρώτησε, συνδέοντας τη συμφωνία με πίεση σε παραγωγούς, πρότυπα, αθέμιτο ανταγωνισμό, την αγροτική οργή. Ήταν μια κίνηση που “έγραψε” εδώ: γιατί αυτή η γεωγραφία ξέρει πότε οι μεγάλες συμφωνίες γίνονται μικρές ήττες στην τσέπη.
Και κάπου εκεί, φάνηκε το πραγματικό στοίχημα της ομιλίας: όχι η κριτική στη ΝΔ (αυτό είναι το εύκολο), αλλά η απόπειρα να πει ότι «η προοδευτική παράταξη» πρέπει να γίνει ξανά κυβερνώσα δυνατότητα και όχι μόνιμη διαμαρτυρία. Μίλησε για «ανασύνθεση», για μια «μεγάλη προοδευτική παράταξη» με πυξίδα «εντιμότητα, δικαιοσύνη, δημοκρατία».
Στην Ελλάδα όλοι αγαπούν την ανασύνθεση, αρκεί να γίνει με τα δικά τους υλικά και να μην τους χαλάσει τη βιτρίνα. Όμως η κοινωνία δεν είναι πια στο mood του “πιστέψτε με”. Θέλει απόδειξη. Θέλει σχέδιο. Θέλει πρόσωπα που αντέχουν έλεγχο κι όχι φιοριτούρες και χειροκροτήματα.
Κι αν κάτι αξίζει να κρατήσουμε από τη Θεσσαλονίκη, είναι αυτό: η Ιθάκη είναι πολιτική υποχρέωση. Να φτιάξεις κράτος που δεν είναι λάφυρο, πατρίδα που δεν είναι σύνθημα και δημοκρατία που δεν δουλεύει «κατά περίπτωση». Αν αυτό το καταλάβει το πολιτικό σύστημα, τότε υπάρχει δρόμος. Αν όχι, θα συνεχίσουμε να αλλάζουμε καπετάνιους και να λέμε ότι «μας φταίνε τα κύματα».











