Η αντιπολίτευση στην Ελλάδα αναζητά συχνά «ευρωπαϊκά άλλοθι» για να εμφανιστεί θεσμική. Στην υπόθεση Mercosur, όμως, συνέβη το αντίστροφο: όταν η Ευρώπη ψήφισε δικλείδες ασφαλείας για τους αγρότες, οι Έλληνες ευρωβουλευτές των κομμάτων της αντιπολίτευσης επέλεξαν να καταψηφίσουν. Και όπως γράφει ο Χρήστος Μυτιλινιός στην εφημερίδα «Political», δεν μιλάμε για μια γενική «εμπορική συμφωνία» που διχάζει – μιλάμε για το δίχτυ προστασίας που τη συνοδεύει, ακριβώς για να μην πληγεί ο πρωτογενής τομέας.
Αυτό το σημείο -το ουσιαστικό- επιχειρήθηκε να θολώσει στη δημόσια συζήτηση. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, σε σχετική ερώτηση της «P» στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, το είπε καθαρά: «Αξίζει ο κόσμος να ενημερωθεί και να δει πόσα ψέματα και ανακρίβειες διακινούνται». Και συνέχισε με τη φράση-κλειδί που αποδομεί τον πυρήνα της αντιπολιτευτικής γραμμής: «Δεν ψηφίστηκε η Mercosur “ως συμφωνία”, ψηφίστηκε η δέσμη μέτρων προστασίας ώστε να υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί ελέγχου για τους πιο ευαίσθητους γεωργικούς τομείς της Ευρώπης – άρα και της Ελλάδας». Με απλά λόγια: δεν κρίθηκε «αν θέλουμε ή δεν θέλουμε Mercosur»· κρίθηκε αν θέλουμε ή δεν θέλουμε προστασία.
Ποιοι «έμειναν απέξω»
Η ψηφοφορία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατέγραψε ευρεία πλειοψηφία υπέρ του πλαισίου διασφάλισης. Ο Παύλος Μαρινάκης υπενθύμισε ότι η δέσμη υπερψηφίστηκε από τις μεγάλες πολιτικές οικογένειες: Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, Σοσιαλιστές, Φιλελεύθεροι, Πράσινοι, Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές. Κατά τάχθηκαν ουσιαστικά δύο πολιτικοί χώροι: η Αριστερά και οι Πατριώτες.
Κι όμως, στην ελληνική περίπτωση, «μόνο οι ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας» υπερψήφισαν το πλαίσιο προστασίας. Οι ευρωβουλευτές των ελληνικών κομμάτων της αντιπολίτευσης έκαναν κάτι που δύσκολα εξηγείται: πήγαν κόντρα στις ίδιες τους τις ευρωομάδες, σε μια συνολική δέσμη μέτρων που είχε στόχο να κλειδώσει προστασίες για αγρότες, παραγωγούς και καταναλωτές.
Εδώ γεννιέται το κρίσιμο ερώτημα: όταν οι ευρωομάδες τους στην Ευρώπη υπερψηφίζουν τη διασφάλιση, γιατί οι Έλληνες ευρωβουλευτές τους την καταψηφίζουν; Η απάντηση, όσο κι αν ενοχλεί, δείχνει προς μία κατεύθυνση: αντιπολίτευση για την αντιπολίτευση. Μια ψήφος «όχι» ώστε να μη φανεί -ούτε για δευτερόλεπτο- ότι εγκρίνεται κάτι που η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάσει ως ωφέλιμο.
Οι 6 ρυθμίσεις της Mercosur που καταψήφισε η αντιπολίτευση
Ο Παύλος Μαρινάκης έβαλε στο τραπέζι συγκεκριμένα σημεία – μετρήσιμα:
1) Νέες εξαγωγικές ευκαιρίες για την Ελλάδα.
Οι ελληνικές εξαγωγές γεωργικών προϊόντων προς τις χώρες της Mercosur είναι περίπου 34 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ οι εισαγωγές ανέρχονται σε 525 εκατ. ευρώ. Η αντιπολίτευση καταψήφισε τη δυνατότητα τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα να «πατήσουν» σε αγορά 270 εκατ. καταναλωτών.
2) Ασπίδα προστασίας για 21 ελληνικά προϊόντα.
Συνολικά 344 ευρωπαϊκά προϊόντα -και 21 ελληνικά- κατοχυρώνονται έναντι απομιμήσεων (ΠΟΠ/ΠΓΕ). Μεταξύ αυτών η φέτα, η ελιά Καλαμάτας, η κορινθιακή σταφίδα, ο κρόκος Κοζάνης, η μαστίχα Χίου, το μανούρι, η κεφαλογραβιέρα, καθώς και ελληνικά κρασιά και αποστάγματα. Η φράση που «γράφει» και έχει βάρος: «Δεν θα μπορεί να υπάρχει “φέτα Αργεντινής”».
3) Υψηλότερες τιμές για τους παραγωγούς.
Τα προστατευόμενα προϊόντα γεωγραφικής ένδειξης πωλούνται πολλαπλάσια σε αξία. Αυτό μεταφράζεται σε καλύτερο εισόδημα για τον παραγωγό – άρα σε πραγματική στήριξη του πρωτογενούς τομέα.
4) Ρήτρα επαναφοράς δασμών όταν οι εισαγωγές «ξεφύγουν».
Σε περίπτωση ραγδαίας αύξησης εισαγωγών πάνω από συγκεκριμένο όριο, προβλέπεται επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος δασμών για προστασία της αγοράς.
5) Μέριμνα για τα κτηνοτροφικά προϊόντα.
Ποσοστώσεις και όρια για εισαγωγές που επωφελούνται από χαμηλότερους δασμούς σε βοδινό, χοιρινό και πουλερικά – ώστε να μην υπάρξει συντριβή τιμών και παραγωγών.
6) Αυστηρές προδιαγραφές ασφάλειας.
Προβλέπονται κανόνες ώστε τα προϊόντα που εισάγονται να συμμορφώνονται με τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προστατεύοντας και τον καταναλωτή.
Αυτά καταψήφισε η ελληνική αντιπολίτευση που θα επιχειρήσει να καλύψει την ψήφο της με μεγάλες λέξεις: «αγροτική πολιτική», «εθνικό συμφέρον», «προστασία παραγωγών». Όμως, όταν έρχεται η ώρα της πράξης, το αποτύπωμα μένει. Και το αποτύπωμα εδώ δείχνει ένα πράγμα: θυσία της ουσίας στον βωμό της μικροπολιτικής.
Ο Παύλος Μαρινάκης το έθεσε ως ζήτημα ευθύνης εκπροσώπησης: να μάθει ο κόσμος «ποιοι τον εκπροσωπούν στην Ευρώπη». Γιατί όταν οι αγρότες χρειάζονται ασπίδα, δεν αρκούν οι αναρτήσεις και τα συνθήματα. Χρειάζονται ψήφοι. Και στη Mercosur, η αντιπολίτευση διάλεξε να πει «όχι» στην προστασία, για να πει «όχι» στον Μητσοτάκη.
Το κόστος δεν θα το πληρώσει κανένα επιτελείο επικοινωνίας. Θα το πληρώσουν -αν το αφήσουμε έτσι- οι άνθρωποι της παραγωγής. Και αυτή είναι η πιο σκληρή αλήθεια του πολιτικού παιχνιδιού: όταν κάποιοι παίζουν, κάποιοι άλλοι χάνουν.












