Πριν από 33 χρόνια, η Πρωτοχρονιά στην Ελλάδα γιορταζόταν με τον «αναλογικό» τρόπο, πολύ διαφορετικό από τη σημερινή ψηφιακή εποχή.
Τηλέφωνα σταθερής γραμμής ήταν συχνά κατειλημμένα, οι συνομιλίες σύντομες, καθώς χιλιάδες άνθρωποι προσπαθούσαν να ανταλλάξουν ευχές ταυτόχρονα.
Οι άνθρωποι βασίζονταν σε μέσα επικοινωνίας που προϋπήρχαν της ψηφιακής τεχνολογίας: σταθερό τηλέφωνο, ταχυδρομείο και προσωπική παρουσία για να μεταφέρουν τις ευχές τους.
Εκείνο το βράδυ του 1992, η ανταλλαγή ευχών ήταν πιο αργή και υπομονετική, με την κάθε κλήση ή επίσκεψη να έχει μεγαλύτερη σημασία.
Οι τηλεφωνικές ουρές, οι επισκέψεις από σπίτι σε σπίτι και τα γράμματα που έφταναν αργά αποτελούσαν τον βασικό χάρτη επικοινωνίας της εποχής, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη αίσθηση προσμονής και προσωπικής σύνδεσης που σήμερα έχει αντικατασταθεί από τα γρήγορα ψηφιακά μηνύματα.
Η «χρυσή εποχή» του ταχυδρομείου και το πρώτο SMS
Το ταχυδρομείο βρισκόταν ακόμα σε πλήρη άνθηση ως μέσο κοινωνικής ανταλλαγής, δεν είχε μετατραπεί σε μηχανισμό πληρωμών ή εξυπηρέτησης λογαριασμών.
Τις ημέρες των γιορτών λειτουργούσε κυρίως ως δίαυλος ευχών, χριστουγεννιάτικες κάρτες, χειρόγραφα γράμματα και ευχετήριοι φάκελοι αποστέλλονταν σε άλλες πόλεις και στο εξωτερικό. Η καθυστέρηση της παράδοσης δεν θεωρούνταν πρόβλημα, αλλά μέρος της διαδικασίας.
Την ίδια περίοδο, σε διεθνές επίπεδο είχε ήδη συμβεί ένα γεγονός που στάθηκε καθοριστικό για την πορεία των επικοινωνιών στα χρόνια που θα ακολουθούσαν.
Στις 3 Δεκεμβρίου 1992 στάλθηκε το πρώτο SMS παγκοσμίως. Το μήνυμα ήταν το γνωστό «Merry Christmas».
Πληκτρολογήθηκε σε υπολογιστή από τον μηχανικό Neil Papworth και εστάλη στο πλαίσιο δοκιμών δικτύου GSM, σε κινητό τηλέφωνο στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ωστόσο, ο παραλήπτης δεν μπορούσε ακόμα να απαντήσει από τη συσκευή. Το SMS δεν είχε σχεδιαστεί ως κοινωνικό εργαλείο, αλλά ως τεχνική δυνατότητα.
Όμως εκείνη η δοκιμή άλλαξε το πλαίσιο καθώς για πρώτη φορά, η ευχή μπορούσε να υπάρξει χωρίς φωνή, χαρτί ή φυσική συνάντηση.
Στην Ελλάδα, η κινητή τηλεφωνία ξεκινά εμπορικά μέσα στο καλοκαίρι του 1993. Αρχικά αφορά περιορισμένο αριθμό χρηστών, λόγω υψηλού κόστους και περιορισμένης κάλυψης.
Η επικοινωνία όμως παύει να είναι συνδεδεμένη αποκλειστικά με τον χώρο του σπιτιού και γίνεται προσωπική και φορητή. Από εκεί και μετά το SMS θα εξελιχθεί σε βασικό εργαλείο σύντομης επικοινωνίας, πριν παραχωρήσει σταδιακά τη θέση του στις εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων.
Πρωτοχρονιά: Από την προσωπική επαφή στο texting
Σήμερα, η κλίμακα αυτής της μετάβασης αποτυπώνεται στους αριθμούς. Το 2024, οι μοναδικοί συνδρομητές κινητής τηλεφωνίας ανέρχονται σε 5,8 δισεκατομμύρια, καλύπτοντας το 71% του παγκόσμιου πληθυσμού. Μέχρι το 2030, όπως εκτιμά ο GSMA, ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί σε 6,5 δισεκατομμύρια, με ποσοστό διείσδυσης 76%.
Αντίστοιχα, οι συνδρομητές κινητού διαδικτύου φτάνουν τα 4,7 δισεκατομμύρια το 2024 (διείσδυση 58%), ενώ έως το 2030 προβλέπεται να ανέλθουν σε 5,5 δισεκατομμύρια, καλύπτοντας το 64% του παγκόσμιου πληθυσμού.
Η χρήση smartphones κυριαρχεί στις συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας. Τa smartphones αντιστοιχούν στο 80% των συνολικών συνδέσεων, ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί στο 91% έως το 2030.
Παράλληλα, αλλάζει και η ίδια η μορφή του μηνύματος. Σε πολλές περιπτώσεις, πλέον δεν πληκτρολογείται καν κείμενο, η ευχή ηχογραφείται και μετατρέπεται αυτόματα σε γραπτό μήνυμα ή αποστέλλεται ως φωνητικό αρχείο.
Άλλες φορές δεν υπάρχει καθόλου γραπτός λόγος καθώς η επικοινωνία περιορίζεται σε σύμβολα. Καρδιές, χαμογελαστά πρόσωπα, εικονίδια, εικονογραφημένα δέντρα ή απλά ένα σημάδι επιβεβαίωσης.
Όποιος παρατηρήσει προσεκτικά την καθημερινή επικοινωνία θα διαπιστώσει ότι ακόμα και μεταξύ φίλων ή στενών γνωστών, η απάντηση συχνά δεν είναι πρόταση, αλλά ένα σύμβολο.
Δεν πρόκειται για υποβάθμιση της επικοινωνίας, αλλά για προσαρμογή στη νέα εποχή. Και, όπως λέγεται συχνά από ανθρώπους που έχουν δει περισσότερους κύκλους αλλαγών, οι εποχές δεν κρίνονται αλλά ακολουθούνται.
Μια τέτοια κλίμακα και μορφή επικοινωνίας θα ήταν αδιανόητη για τους περισσότερους ανθρώπους λίγες δεκαετίες νωρίτερα.
Ίσως μόνο ένα μυαλό εφευρετικό, με ισχυρή φαντασία, θα μπορούσε να την συλλάβει. Ο Γουλιέλμο Μαρκόνι, εφευρέτης-νομπελίστας που θεωρείται, ο πατέρας του ραδιοφώνου και των τηλεπικοινωνιών, βρέθηκε στην Αθήνα το 1937, μιλώντας σε συνέντευξή του στο δημοσιογράφο Αλέκο Λιδωρίκη είχε αναφερθεί σε έναν κόσμο όπου η ασύρματη επικοινωνία θα απελευθέρωνε το μήνυμα από τις αποστάσεις και θα άλλαζε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι θα επικοινωνούν στην καθημερινότητά τους.
Από το 1937 μέχρι την Πρωτοχρονιά του 1993 μεσολάβησαν πολλά. Η ασύρματη επικοινωνία πέρασε από το στάδιο της τεχνικής επίδειξης στη μαζική χρήση, ακολούθησαν τα πρώτα τηλέφωνα σε κάθε σπίτι, τα τηλεγραφήματα ως επίσημος τρόπος σύντομης ενημέρωσης, τα fax που έφεραν το έγγραφο σε σχεδόν πραγματικό χρόνο, το teletext που μετέφερε πληροφορία μέσα από την τηλεόραση.
Κάθε νέο μέσο πρόσθετε ταχύτητα, αλλά διατηρούσε ακόμα έναν βαθμό υλικής ή χρονικής καθυστέρησης. Όλα αυτά συνυπήρχαν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, λίγο πριν η ψηφιακή επικοινωνία περάσει οριστικά στην προσωπική καθημερινότητα.
Η Πρωτοχρονιά του 1993 σηματοδότησε τη μετάβαση προτού η ευχή μετατραπεί σε ψηφιακή ροή, προτού ο φάκελος με το γράμμα και το σταθερό τηλέφωνο δώσουν τη θέση τους στο μήνυμα και στην οθόνη.












