Η πολιτική εβδομάδα κλείνει με τον δημόσιο διάλογο να περιστρέφεται γύρω από δύο πρόσωπα: Αλέξη Τσίπρα και Νίκο Ανδρουλάκη.
- του Χρήστου Μυτιλινιού
Ο πρώην Πρωθυπουργός επανέρχεται στο προσκήνιο με το βιβλίο του, τις αναμνήσεις του από τη διακυβέρνηση και τη σκιά της υπόθεσης Novartis, ενώ ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης βρίσκεται στο στόχαστρο για την ιστορία με τον “κουμπάρο Ξυλούρη”. Απέναντι σε αυτό το σκηνικό, το Μέγαρο Μαξίμου επιλέγει μια διπλή γραμμή: από τη μία, σκληρή κριτική για το ήθος και την αξιοπιστία των δύο πολιτικών αρχηγών· από την άλλη, την επισήμανση ότι η επόμενη κάλπη δεν θα κριθεί από κανένα κόμμα Τσίπρα, αλλά από το τι έκανε και τι θα κάνει η κυβέρνηση.
Η συζήτηση για “κόμμα Τσίπρα” και η απάντηση Μαξίμου
Το πρώτο επίπεδο της αντιπαράθεσης αφορά τις δημοσκοπήσεις και τα σενάρια για ένα πιθανό νέο κόμμα Τσίπρα. Η κυβερνητική γραμμή είναι καθαρή: «Στην πολιτική δεν πρέπει να υποτιμούμε ή να υπερτιμούμε κανέναν». Το επιτελείο του Πρωθυπουργού δεν κρύβει ότι παρακολουθεί τις κινήσεις του πρώην Πρωθυπουργού και τις διαθέσεις ενός τμήματος του εκλογικού σώματος. Την ίδια στιγμή όμως, στέλνει ένα πιο στρατηγικό μήνυμα: η επιτυχία ή αποτυχία της Νέας Δημοκρατίας στις επόμενες εκλογές δεν θα εξαρτηθεί από το αν θα υπάρχει ή όχι κόμμα Τσίπρα, ούτε από το μέγεθός του, αλλά από ένα απλό δίλημμα: τι είπε η κυβέρνηση το 2023, τι θα έχει κάνει έως το 2027 και ποιο είναι το σχέδιό της για την περίοδο 2027–2031. Με άλλα λόγια, το Μαξίμου επιχειρεί να βάλει τη συζήτηση σε θεσμικό πλαίσιο τετραετίας, αποφεύγοντας να εμφανιστεί ως φοβικός ή εμμονικός απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα. Ο βασικός αντίπαλος, σύμφωνα με αυτή τη λογική, είναι ο ίδιος ο απολογισμός της διακυβέρνησης.
Βιβλίο, βίντεο και Novartis: το “ήθος Τσίπρα” στο μικροσκόπιο
Το δεύτερο επίπεδο είναι πιο προσωπικό και πιο αιχμηρό. Το βίντεο με το οποίο ο Αλέξης Τσίπρας καλεί δημοσίως στην παρουσίαση του βιβλίου του, ευχαριστώντας όσους βρέθηκαν σε δύσκολες στιγμές δίπλα του, γίνεται στην κυβερνητική αφήγηση μια ευκαιρία για υπενθύμιση προσώπων και επιλογών. Πολλοί από όσους εμφανίζονται στο βίντεο ήταν προσωπικές επιλογές του κ. Τσίπρα: ο υπουργός Οικονομικών της περιόδου των κλειστών τραπεζών, Γιάνης Βαρουφάκης, η τότε Πρόεδρος της Βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου, και άλλες εμβληματικές φιγούρες της πρώτης διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, τίθεται το ερώτημα: “Ο κ. Τσίπρας αυτοσαρκάζεται ή κάνει πλάκα με τους αντιπάλους του;” Διότι όσοι εμφανίζονται σήμερα ως “υλικό για χιούμορ”, είναι εκείνοι που ο ίδιος ανέδειξε σε κεντρικούς ρόλους την πιο κρίσιμη περίοδο της χώρας.
Ακόμη πιο βαριά είναι η κριτική για τη Novartis. Το Μέγαρο Μαξίμου υπενθυμίζει ότι στο βιβλίο δεν υπάρχει συγγνώμη για την υπόθεση, αλλά η παραδοχή ότι, ενώ δεν υπήρχαν στοιχεία, πολιτικοί αντίπαλοι παραπέμφθηκαν στη Δικαιοσύνη. Στην κυβερνητική ανάγνωση, αυτό δεν είναι απλώς ένα λάθος στρατηγικής, αλλά αντανάκλαση ήθους: όταν κάποιος, εν γνώσει του, “κρεμάει στα μανταλάκια” τους αντιπάλους του και στοχοποιεί τις οικογένειές τους, δείχνει κάτι βαθύτερο για τον χαρακτήρα του. Η ρητορική αυτή καταλήγει σε ένα σαφές μήνυμα: ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία μέσα από ένα βιβλίο, όμως θα βρεθεί αντιμέτωπος με το ίχνος που άφησε στην πολιτική και θεσμική ζωή της χώρας.
Από τα “χαμένα βαγόνια” στους “ανύπαρκτους κουμπάρους”
Το τρίτο επίπεδο αφορά τον Νίκο Ανδρουλάκη και έχει στο επίκεντρο όχι μόνο τη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ, αλλά και την προσωπική αξιοπιστία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση κατηγορεί τον κ. Ανδρουλάκη ότι συμπεριφέρεται ως “τρολ” του διαδικτύου, την ώρα που κατέχει έναν από τους πιο κρίσιμους θεσμικούς ρόλους στη χώρα. Αφορμή, η δημόσια καταγγελία ότι ο Πρωθυπουργός έχει κουμπάρο τον κ. Ξυλούρη, μια αναφορά που επαναλήφθηκε με ένταση και επιμονή τόσο προφορικά όσο και σε γραπτά κείμενα του κόμματος. Το πρόβλημα, όπως το περιγράφει το κυβερνητικό στρατόπεδο, είναι ότι ο ίδιος ο κ. Ανδρουλάκης κατέθεσε στη Βουλή δημοσίευμα και φωτογραφία που διαψεύδουν την καταγγελία του: αυτό που προκύπτει είναι ότι, πριν από 21 χρόνια, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πατέρας του σημερινού Πρωθυπουργού, είχε παντρέψει συγγενικό πρόσωπο του κ. Ξυλούρη. Καμία προσωπική κουμπαριά του Κυριάκου Μητσοτάκη, δηλαδή, αλλά μια παλιά οικογενειακή σχέση άλλης γενιάς. Έτσι γεννιέται ο όρος “ανύπαρκτοι κουμπάροι”, σε συνέχεια των “χαμένων βαγονιών” που είχαν γίνει σύνθημα της ρητορικής του ΠΑΣΟΚ για την τραγωδία στα Τέμπη.
Για το κυβερνητικό επιτελείο, αυτό συνιστά σοβαρό πολιτικό και ηθικό παράπτωμα: ή ο κ. Ανδρουλάκης δεν γνώριζε τι έλεγε και εξέθεσε εαυτόν και κόμμα, ή γνώριζε και εξαπάτησε συνειδητά τους πολίτες. Δεν είναι τυχαίο ότι η κριτική επεκτείνεται και στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ: γίνεται σύγκριση με το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου και της Φώφης Γεννηματά, που –παρά τις μεγάλες πολιτικές διαφορές με τη ΝΔ– δεν είχε, όπως σημειώνεται, φτάσει σε αυτό το επίπεδο τοξικής και συνωμοσιολογικής ρητορικής. Η συμπόρευση με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου σε πρόταση δυσπιστίας, οι αναφορές σε “ενορχηστρωτές συγκάλυψης” και τώρα οι “ανύπαρκτοι κουμπάροι” περιγράφονται ως μια μετατόπιση που η κυβέρνηση θέλει να αναδείξει και να χρεώσει προσωπικά στον Νίκο Ανδρουλάκη.
Η κυβέρνηση, οι συγγνώμες και το αφήγημα της επόμενης μέρας
Στο φόντο όλων αυτών, το Μαξίμου προαναγγέλλει ότι δεν σκοπεύει να αφήσει την υπόθεση να ξεχαστεί. Θα ζητήσει δημόσια συγγνώμη από τον κ. Ανδρουλάκη, επιμένοντας πως δεν μπορεί ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης να μένει χωρίς συνέπειες όταν διακινεί αναληθείς προσωπικές καταγγελίες για τον Πρωθυπουργό. Την ίδια στιγμή, όμως, το κυβερνητικό αφήγημα επιστρέφει διαρκώς στο κεντρικό πολιτικό πλαίσιο: η αντιπαράθεση με Τσίπρα-Ανδρουλάκη μπορεί να είναι σκληρή και προσωπική, αλλά η κρίσιμη συζήτηση αφορά το τι έχει γίνει στην οικονομία, στο κοινωνικό κράτος, στην άμυνα, στην ενέργεια, στην καθημερινότητα. Η κυβέρνηση θέλει να εμφανιστεί ως σταθερός πόλος ευθύνης, που αναμετριέται με το έργο του, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που, όπως υποστηρίζει, αυτοτραυματίζεται με λάθη, υπερβολές και επιλογές που αναδεικνύουν κρίση στρατηγικής και ήθους. Σε αυτό το πλαίσιο, οι “χαμένες αμαξοστοιχίες” της αντιπολιτευτικής ρητορικής και οι “ανύπαρκτοι κουμπάροι” γίνονται για το Μαξίμου όχι μόνο όπλα στην καθημερινή σύγκρουση, αλλά και αποδείξεις μιας βαθύτερης κρίσης αξιοπιστίας στην άλλη πλευρά του πολιτικού σκηνικού.












