Μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια διαπραγματεύσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Αυστραλία κατέληξαν σε μια σημαντική εμπορική συμφωνία, η οποία αναμένεται να αλλάξει το τοπίο στις μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις. Τη συμφωνία επισφράγισαν η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας Άντονι Αλμπανέζε, δίνοντας το στίγμα μιας νέας εποχής στο διμερές εμπόριο.
Στην ουσία, πρόκειται για μία εκτεταμένη συμφωνία με βασικό στόχο τη μείωση των δασμών και την ενίσχυση των εμπορικών ροών. Οι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα εξοικονομούν πάνω από 1 δισ. ευρώ τον χρόνο από εξαγωγικούς δασμούς, ενώ συνολικά το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ των δύο πλευρών αναμένεται να αυξηθεί έως και 30% μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Ήδη, οι εξαγωγές της ΕΕ προς την Αυστραλία ανήλθαν το 2025 στα 37 δισ. ευρώ σε αγαθά και στα 31 δισ. ευρώ σε υπηρεσίες, γεγονός που δείχνει το μέγεθος των προοπτικών.
Η συμφωνία ανοίγει την αυστραλιανή αγορά ακόμη περισσότερο για ευρωπαϊκές εταιρείες, διευκολύνει τις επενδύσεις και ενισχύει τη συμμετοχή τους σε δημόσιους διαγωνισμούς, εξασφαλίζοντας πιο ισότιμους όρους ανταγωνισμού. Παράλληλα, σχεδόν όλα τα προϊόντα θα απελευθερωθούν από δασμούς, με λίγες εξαιρέσεις όπως ο χάλυβας.

Φυσικά, δεν έλειψαν οι δύσκολες διαπραγματεύσεις. Ζητήματα όπως οι προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης και η πρόσβαση των αυστραλιανών αγροτικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά αποτέλεσαν βασικά «αγκάθια». Τελικά βρέθηκαν συμβιβασμοί: για παράδειγμα, οι Αυστραλοί παραγωγοί θα μπορούν να χρησιμοποιούν ονομασίες όπως «prosecco» μόνο για την εγχώρια αγορά τους για ένα μεταβατικό διάστημα, ενώ διατηρούν το δικαίωμα χρήσης ορισμένων άλλων όρων υπό προϋποθέσεις.
Από την άλλη πλευρά, η ΕΕ άνοιξε σταδιακά την πόρτα σε εισαγωγές αυστραλιανού βοδινού και αιγοπρόβειου κρέατος, με συγκεκριμένες ποσοστώσεις και μειωμένους δασμούς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρόβλεψη που ευνοεί την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, καθώς αυξάνεται το όριο φορολόγησης για τα ηλεκτρικά οχήματα στην Αυστραλία, επιτρέποντας σε μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών εξαγωγών να απαλλάσσεται από επιβαρύνσεις.
Και σε άλλα επίπεδα η συμφωνία
Την ίδια στιγμή, η συμφωνία συνοδεύεται και από ενίσχυση της συνεργασίας σε επίπεδο ασφάλειας και άμυνας, με πρωταγωνιστικό ρόλο της Κάγια Κάλας, γεγονός που δείχνει ότι οι σχέσεις ΕΕ–Αυστραλίας αποκτούν πλέον πιο στρατηγικό χαρακτήρα.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της ΕΕ να επεκτείνει το δίκτυο των μεγάλων διμερών εμπορικών συμφωνιών της, αναζητώντας νέες αγορές πέρα από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συμφωνία με τη Mercosur, η οποία επίσης άνοιξε δρόμους συνεργασίας με οικονομίες της Λατινικής Αμερικής, αν και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από αγροτικούς φορείς.
Δεν είναι τυχαίο ότι και στη νέα συμφωνία με την Αυστραλία, οι Βρυξέλλες κινούνται προσεκτικά, προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη για εξωστρέφεια και στις ανησυχίες των Ευρωπαίων παραγωγών. Αγροτικές οργανώσεις έχουν ήδη εκφράσει φόβους για πιθανές πιέσεις στις τιμές και στον ανταγωνισμό, ιδιαίτερα σε τομείς όπως το κρέας και η ζάχαρη.
Τέλος, οι συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών επηρεάστηκαν και από τις διεθνείς εξελίξεις, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να βρίσκεται στο επίκεντρο. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έκανε λόγο για μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια, απευθύνοντας έκκληση για άμεση αποκλιμάκωση.
Συνολικά, η συμφωνία με την Αυστραλία αποτελεί ένα ακόμη βήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς μια πιο «ανοιχτή» και πολυδιάστατη εμπορική πολιτική, που επεκτείνεται πλέον δυναμικά πέρα από τους ωκεανούς, σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας.












