Από πού προέρχονται τα δημόσια έσοδα; Πού κατευθύνονται οι δαπάνες; Αυτές είναι δύο από τις βασικές ερωτήσεις που κάνουν σχεδόν όλοι οι πολίτες όταν προσπαθούν να καταλάβουν πού πηγαίνουν τα χρήματά τους, πώς αξιοποιούνται οι φόροι τους και από πού προέρχονται οι κρατικές ή ευρωπαϊκές ενισχύσεις.
Απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί να δώσει ο Προϋπολογισμός των Πολιτών. Όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Δαυλός στην εφημερίδα «Political», πρόκειται για μια απλοποιημένη παρουσίαση του κρατικού προϋπολογισμού, που επιχειρεί να μετατρέψει ένα τεχνικό και συχνά δυσνόητο κείμενο σε εργαλείο ενημέρωσης και λογοδοσίας. Σε μια χώρα όπου οι δημόσιες δαπάνες προσεγγίζουν το 50% του ΑΕΠ, η γνώση του προϋπολογισμού γίνεται εργαλείο ελέγχου και συμμετοχής, ενώ το μήνυμα που βγαίνει από την ανάλυση των στοιχείων είναι ξεκάθαρο: Η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον σε φάση κρίσης, αλλά σε φάση σταθεροποίησης και μετάβασης. Η ανάπτυξη είναι υπαρκτή και μετρήσιμη, αλλά δεν είναι ακόμη θωρακισμένη.
Δυσνόητος και για τους ειδικούς
Όπως τόνισε μιλώντας στην «P» η Κατερίνα Σαββαΐδου, επιστημονική υπεύθυνη της ερευνητικής ομάδας «Διαφάνεια του Προϋπολογισμού», ο κρατικός προϋπολογισμός παραμένει «ένα εξαιρετικά σύνθετο κείμενο, δυσνόητο ακόμη και για ανθρώπους με οικονομική κατάρτιση». Είναι χαρακτηριστικό ότι στη χώρα μας η δημόσια συζήτηση αφιερώνει μεγάλο χρόνο στην ψήφιση του προϋπολογισμού, αλλά πολύ λιγότερο στην αποτίμηση της αποτελεσματικότητάς του. Όλα τα παραπάνω ήταν τα μηνύματα της εκδήλωσης για τον «Προϋπολογισμό Πολιτών 2026», που πραγματοποιήθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος, φέρνοντας στο ίδιο τραπέζι θεσμικούς παράγοντες, ειδικούς και πολίτες. Όπως επισήμανε ο Τάσος Αβραντίνης, πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών και Οικονομικών Μελετών, «δεν πρόκειται απλώς για μια ανάλυση του προϋπολογισμού, αλλά για μια συζήτηση που αφορά τη σχέση κράτους και πολίτη».
Οι κίνδυνοι της οικονομίας
Η ανάλυση του προϋπολογισμού σκιαγράφησε μια εικόνα συγκρατημένης αισιοδοξίας. Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμούς άνω του 2%, καταγράφοντας το 2024 ανάπτυξη 2,1% και προβλέψεις για περίπου 2,2% το 2025 και το 2026. Πρόκειται για επιδόσεις υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και στηρίζεται σε συγκεκριμένους πυλώνες: επενδύσεις, εξαγωγές υπηρεσιών -κυρίως τουρισμός- και ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Παράλληλα, η αγορά εργασίας παρουσιάζει εντυπωσιακή βελτίωση. Η ανεργία υποχώρησε στο 8,2% τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ δημιουργήθηκαν περισσότερες από 317.000 νέες θέσεις εργασίας μέσα σε οκτώ μήνες, η καλύτερη επίδοση των τελευταίων δύο δεκαετιών. Τ
ην ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός εμφανίζει τάσεις αποκλιμάκωσης, με προοπτική να προσεγγίσει το 2% το 2026. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την αύξηση των πραγματικών μισθών, δημιουργεί προϋποθέσεις σταδιακής αποκατάστασης της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης διεθνούς αβεβαιότητας. Γεωπολιτικές εντάσεις, εμπορικές συγκρούσεις και μεταβαλλόμενες συνθήκες στις αγορές ενέργειας επηρεάζουν άμεσα τις προοπτικές ανάπτυξης.
Χρέος: Το μεγάλο βαρίδι
Το δημόσιο χρέος, αν και μειούμενο, εξακολουθεί να είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, περιορίζοντας τα δημοσιονομικά περιθώρια. Όπως τονίστηκε στην εκδήλωση, όταν το χρέος είναι τόσο υψηλό, ποτέ δεν ξέρει κανείς ποια κρίση μπορεί να πλήξει την παγκόσμια ή την ελληνική οικονομία, που σημαίνει ότι η οικονομία χρειάζεται… καβάτζες. Η ακρίβεια, ιδιαίτερα στα τρόφιμα, συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά, ενώ η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια στιγμή, οι δημόσιες δαπάνες αναδεικνύουν ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα: τη βιωσιμότητα των επιλογών. «Ό,τι δαπανάται σήμερα δεσμεύει πόρους του αύριο», προειδοποίησε ο Τάσος Αβραντίνης, θέτοντας στο επίκεντρο την ανάγκη αξιολόγησης των αποτελεσμάτων και όχι μόνο της κατάρτισης του προϋπολογισμού.
Τεχνητή Νοημοσύνη και κράτος
Εντυπωσιακά ήταν και τα όσα ανέφερε ο πρώην υπουργός Θόδωρος Σκυλακάκης σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Όπως τόνισε πολύ έντονα, η πλήρης ενσωμάτωσή της αναμένεται μέσα στα επόμενα τρία ή το πολύ πέντε χρόνια, ιδίως σε λειτουργίες που δεν απαιτούν μηχανολογικό εξοπλισμό (ρομποτική), αλλά προσφέρονται μέσα από τους υφιστάμενος ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Επιπλέον αναμένεται να φέρει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο δημιουργίας του πλούτου, αναγκάζοντας σε αλλαγές του τρόπου φορολόγησης. Κατέληξε δε ότι η ευκαιρία για τη χώρα μας θα είναι πολύ μεγάλη, καθώς αν αξιοποιηθεί σωστά η ΤΝ, θα μπορούσε να διορθώσει την ελληνική πολυνομία και να διογκώσει την παραγωγικότητα του Δημοσίου. Όμως για να γίνουν αυτά, θα πρέπει οι πολιτικές να αποφασιστούν τώρα και όχι να περιμένουμε την εδραίωση της ΤΝ νομοθετώντας με καθυστέρηση, διότι τότε θα είναι αργά.












