Η συζήτηση γύρω από την επόμενη κίνηση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στο Ιράν εισέρχεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη και επικίνδυνη φάση, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να σταθμίζει ένα δίλημμα με τεράστιες στρατιωτικές και γεωπολιτικές συνέπειες: αν θα διατάξει μια επιχείρηση για την κατάσχεση ή την καταστροφή του πυρηνικού καυσίμου της Τεχεράνης.
Όπως επισημαίνουν οι New York Times, ο Αμερικανός πρόεδρος τις τελευταίες ημέρες επανέρχεται συστηματικά στο επιχείρημα ότι το Ιράν βρισκόταν ένα βήμα πριν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει άμεσα. Η ρητορική αυτή δεν λειτουργεί μόνο ως πολιτική δικαιολόγηση της στρατιωτικής δράσης που έχει ήδη ξεκινήσει, αλλά και ως προετοιμασία του εδάφους για μια ενδεχομένως ακόμη πιο ριψοκίνδυνη επιχείρηση.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το πυρηνικό υλικό του Ιράν, το οποίο θεωρείται ότι είναι αποθηκευμένο σε βαθιά υπόγειες εγκαταστάσεις, κυρίως στην περιοχή του Ισφαχάν. Η ιδέα μιας επιχείρησης για την εξουδετέρωση ή απομάκρυνσή του συνιστά ένα σενάριο εξαιρετικής πολυπλοκότητας. Δεν πρόκειται απλώς για μια στρατιωτική επιδρομή, αλλά για μια αποστολή που εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους, τόσο για τις δυνάμεις που θα συμμετάσχουν όσο και για το περιβάλλον, δεδομένης της ραδιενέργειας και της τοξικότητας του υλικού. Μια λανθασμένη κίνηση, όπως η διάτρηση των δοχείων ή η ακατάλληλη μεταφορά τους, θα μπορούσε να προκαλέσει ανεξέλεγκτες συνέπειες.
Παράλληλα, το εγχείρημα περιπλέκεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το πού βρίσκεται το σύνολο του πυρηνικού αποθέματος. Οι αμερικανικές εκτιμήσεις αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο το υλικό να είναι διασκορπισμένο σε περισσότερες από μία τοποθεσίες, κάτι που θα απαιτούσε ταυτόχρονες ή διαδοχικές επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου. Σε αυτό το πλαίσιο, αξιωματούχοι της Ουάσινγκτον έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι μόνο ειδικές δυνάμεις, εκπαιδευμένες ειδικά για τέτοιου είδους αποστολές, θα μπορούσαν να αναλάβουν την εκτέλεσή της.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα που παρουσιάζει ο Λευκός Οίκος έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενες εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Πριν από την έναρξη των συγκρούσεων, πολλοί αξιωματούχοι δεν θεωρούσαν ότι το Ιράν αποτελούσε άμεση πυρηνική απειλή. Η διαφωνία αυτή αναδείχθηκε ακόμη περισσότερο μετά την παραίτηση του Joe Kent, ο οποίος φέρεται να υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις επικείμενης χρήσης πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη.
Ωστόσο, οι συνθήκες έχουν μεταβληθεί δραματικά μετά από εβδομάδες συντονισμένων επιθέσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Με μεγάλο μέρος της συμβατικής στρατιωτικής ισχύος του Ιράν να έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα, το πυρηνικό του πρόγραμμα φαίνεται να αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ως μέσο αποτροπής. Αυτό, με τη σειρά του, ενισχύει την εκτίμηση ότι η Τεχεράνη θα έχει λάβει αυξημένα μέτρα για την προστασία του υλικού, ενδεχομένως ακόμη και με τη χρήση παραπλανητικών τακτικών, όπως ψεύτικα δοχεία ή πολλαπλά σημεία αποθήκευσης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα πιθανά σενάρια για την αμερικανική αντίδραση παραμένουν ανοιχτά. Από μια περιορισμένη επιχείρηση ειδικών δυνάμεων έως μια ευρείας κλίμακας στρατιωτική επέμβαση με αεροπορική κάλυψη, κάθε επιλογή συνοδεύεται από σοβαρούς κινδύνους κλιμάκωσης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια αποστολή, αλλά και ποιες θα είναι οι συνέπειες σε περίπτωση αποτυχίας ή μερικής επιτυχίας.
Την ίδια ώρα, δεν λείπουν οι φωνές που υπενθυμίζουν ότι υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις πριν την έναρξη των εχθροπραξιών. Η Τεχεράνη είχε προτείνει να μετατρέψει το πυρηνικό της υλικό σε μορφή κατάλληλη μόνο για ειρηνική χρήση, υπό την επιτήρηση διεθνών οργανισμών. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από την Ουάσινγκτον, η οποία επέμεινε ότι το Ιράν δεν θα πρέπει να διατηρεί κανένα απόθεμα. Αντ’ αυτού, προσφέρθηκε να προμηθεύει η ίδια τις απαραίτητες ποσότητες καυσίμου για ενεργειακούς σκοπούς, πρόταση που επίσης δεν έγινε αποδεκτή.
Καθώς η σύγκρουση συνεχίζεται, γίνεται σαφές ότι το ζήτημα του πυρηνικού υλικού θα αποτελέσει τον πυρήνα οποιασδήποτε μελλοντικής διαπραγμάτευσης. Είτε μέσω στρατιωτικής δράσης είτε μέσω διπλωματίας, η τύχη αυτού του υλικού θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή. Προς το παρόν, όμως, όπως σημειώνουν οι New York Times, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε μια τέτοια συμφωνία.












