Τέσσερις μέρες στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης είχα την ευκαιρία να συναντήσω αρκετούς ανθρώπους από την κεντρική πολιτική σκηνή, και φυσικά από την αυτοδιοίκηση. Δεν έβγαλα κάποιο καινούργιο συμπέρασμα, απλώς επιβεβαιώθηκε, για ακόμα μια φορά, μια εμπειρία που κουβαλάω από τόσα χρόνια ενασχόλησης με την πολιτική και ένα ακόμη μάθημα πολιτικής επικοινωνίας που επιβεβαιώθηκε.
Οι εξουσίες χάνονται όχι μόνο από το γνωστό σύνδρομο της αλαζονείας της εξουσίας, αλλά εξίσου και πιο ύπουλα από την αλαζονεία της σιγουριάς.
Στη ΔΕΘ δεν υπάρχει βήμα, δεν υπάρχει μικρόφωνο, δεν υπάρχει σκηνοθεσία ομιλίας. Υπάρχουν άνθρωποι δίπλα-δίπλα,υπουργοί, δήμαρχοι, περιφερειάρχες, στελέχη , σε ένα χαλαρό περιβάλλον όπου η μάσκα πέφτει πιο εύκολα απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε επίσημη εμφάνιση. Και εκεί, στη σύντομη κουβέντα, στον τρόπο που κάποιος χαιρετάει ή βιάζεται να περάσει στον επόμενο, φαίνεται κάτι που αξίζει να ονομαστεί με το όνομα του.
Δύο αλαζονείες όχι μία!
Σε πολιτικούς και αυτοδιοικητικούς μιλάμε συνήθως για μία αλαζονεία ,αυτή της εξουσίας. Είναι η πιο ορατή, η πιο ευδιάκριτη μορφή, στο ύφος, στην απόσταση, στη στάση του «τελειωμένου» πολιτικά ανθρώπου. Το εκλογικό σώμα τη βλέπει σχετικά εύκολα και συνήθως, αργά ή γρήγορα, την τιμωρεί.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, πιο ύπουλη: η αλαζονεία της σιγουριάς. Δεν έχει να κάνει με το πόση εξουσία κατέχει κάποιος, αλλά με το πόσο έχει πειστεί ότι ξέρει ότι έχει διαβάσει σωστά την κοινωνία γύρω του, ότι δεν χρειάζεται πια να ρωτήσει, ότι η εμπειρία του αρκεί για να απαντήσει σε ερωτήματα που στην πραγματικότητα δεν έχει καν θέσει σε κανέναν. Δεν είναι εξουσία που φαντάζεται· είναι γνώση που φαντάζεται.
Αυτή η δεύτερη αλαζονεία δεν φοράει τα ίδια ρούχα με την πρώτη. Συχνά μεταμφιέζεται σε αυτοπεποίθηση, σε ωριμότητα, σε «έχω δει πολλά για να εντυπωσιάζομαι εύκολα». Και ακριβώς επειδή μοιάζει με αρετή, είναι πιο δύσκολο να την εντοπίσει κανείς ακόμα και ο ίδιος μέσα του.
Στην αυτοδιοίκηση το μοτίβο φαίνεται καθαρά σε όσους έχουν περάσει από δύο ή τρεις θητείες. Η πρώτη νίκη διδάσκει ταπεινότητα , κανείς δεν είναι σίγουρος πριν αποδειχθεί στην πράξη. Η δεύτερη χτίζει αυτοπεποίθηση, δικαιολογημένη από την εμπειρία. Κάπου στην τρίτη, όμως, η αυτοπεποίθηση συχνά μεταλλάσσεται σε βεβαιότητα που δεν ελέγχεται πια από τίποτα εξωτερικό ούτε από feedback, ούτε από αμφιβολία, ούτε από τη δυνατότητα του λάθους.
Δεν αλλάζουν οι πολίτες σε αυτό το σημείο. Αλλάζει ο τρόπος που ο ίδιος ο πολιτικός ακούει ή σταματάει να ακούει.
Κάποιος βαθμός σιγουριάς είναι απαραίτητος για να ηγηθείς· χωρίς αυτήν δεν πείθεις κανέναν. Το πρόβλημα δεν είναι η σιγουριά καθαυτή, αλλά η στιγμή που κλείνει την πόρτα στην αμφιβολία , η στιγμή που η φράση «μπορεί να κάνω λάθος» σταματάει να χωράει στο μυαλό κάποιου που κρατά δημόσιο αξίωμα.
Το αντίδοτο, λοιπόν, δεν είναι λιγότερη σιγουριά. Είναι ένα σταθερό σημείο αναφοράς έξω από τον ίδιο τον πολιτικό,κάποιος ή κάτι που δεν επηρεάζεται από τη δυναμική της εξουσίας και μπορεί να πει, χωρίς φόβο ή σκοπιμότητα, «εδώ μπορεί να κάνεις λάθος». Ένα φυλαχτό, με την έννοια που έχει σημασία: όχι δεισιδαιμονία, αλλά μια σχέση ή μια αρχή που κρατά τον υποψήφιο ή τον αιρετό προσγειωμένο, ακριβώς τη στιγμή που η σιγουριά αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα με βεβαιότητα.
Οι τέσσερις μέρες στη ΔΕΘ δεν έδειξαν μόνο ποιοι έχουν εξουσία. Έδειξαν ποιοι έχουν ακόμα κάποιον δίπλα τους ικανό να τους θυμίζει πόσα δεν ξέρουν!
















