Στις 18 Μαρτίου, η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Κυρίλλου, Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων, μιας εξέχουσας μορφής της πρώιμης χριστιανικής εποχής, που διακρίθηκε τόσο για τη θεολογική του συμβολή όσο και για τους αγώνες του υπέρ της ορθόδοξης πίστης.
Ο Άγιος Κύριλλος γεννήθηκε πιθανότατα το 313 μ.Χ. στα Ιεροσόλυμα και καταγόταν από την Παλαιστίνη. Μεγάλωσε σε μια περίοδο έντονων θεολογικών ζυμώσεων και αναδείχθηκε σε σημαντική εκκλησιαστική προσωπικότητα. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Επίσκοπο Ιεροσολύμων Μάξιμο Γ΄ και, γύρω στο 348 μ.Χ., ανέλαβε ο ίδιος την επισκοπική έδρα, είτε μετά τον θάνατο του προκατόχου του είτε μετά την απομάκρυνσή του από τους Αρειανούς.
Στα πρώτα στάδια της διακονίας του, ο Κύριλλος φαινόταν να αποφεύγει τις έντονες δογματικές διατυπώσεις, ιδιαίτερα τον όρο «ομοούσιος», γεγονός που συνέβαλε στην αποδοχή του από τον Αρειανό Μητροπολίτη Καισαρείας Ακάκιο, ο οποίος και ενέκρινε την εκλογή του. Ωστόσο, η στάση αυτή δεν διήρκεσε για πολύ. Πολύ σύντομα, ο Κύριλλος αναδείχθηκε σε ένθερμο υπερασπιστή των αποφάσεων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, κάτι που αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στις περίφημες Κατηχήσεις του.
Η προσφορά και οι αγώνες του αναγνωρίστηκαν και από τη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 382 μ.Χ., η οποία τον επαίνεσε για τη νομιμότητα της εκλογής του και για τη σθεναρή αντίστασή του απέναντι στους Αρειανούς σε διάφορους τόπους.
Ωστόσο, η προσήλωσή του στην ορθόδοξη διδασκαλία αποτέλεσε και την απαρχή σοβαρών συγκρούσεων, ιδιαίτερα με τον Ακάκιο Καισαρείας. Η αντιπαράθεση μεταξύ τους δεν περιορίστηκε μόνο σε θεολογικά ζητήματα, αλλά επεκτάθηκε και σε διοικητικές διαφορές σχετικά με τη δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών εδρών. Μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων, η Καισάρεια είχε αναδειχθεί σε κύρια εκκλησιαστική έδρα της περιοχής. Όταν όμως η χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων άρχισε να ανακάμπτει, τέθηκε το ζήτημα αποκατάστασης του κύρους της. Η σχετική απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου άφηνε περιθώρια διαφορετικών ερμηνειών, γεγονός που όξυνε τη διαμάχη.
Ο Ακάκιος, έχοντας την υποστήριξη του αυτοκράτορα Κωνστάντιου, βρήκε την ευκαιρία να κινηθεί εναντίον του Κυρίλλου. Τον κατηγόρησε ότι, σε περίοδο λιμού, πούλησε ιερά αντικείμενα της Εκκλησίας για να βοηθήσει τους φτωχούς. Με αυτή την αφορμή, συγκάλεσε σύνοδο το 357 μ.Χ. στα Ιεροσόλυμα, η οποία καθαίρεσε τον Άγιο και τον απομάκρυνε από την έδρα του.
Ο Κύριλλος κατέφυγε εξόριστος στην Ταρσό της Κιλικίας, όπου φιλοξενήθηκε από τον Επίσκοπο Σιλβανό, παρά τις πιέσεις του Ακακίου να διακοπεί κάθε επικοινωνία μαζί του. Ο ίδιος, επιδιώκοντας δικαίωση, ζήτησε την εξέταση της υπόθεσής του από ευρύτερη σύνοδο. Πράγματι, το 359 μ.Χ. αποκαταστάθηκε και αθωώθηκε, αλλά η δικαίωσή του δεν κράτησε πολύ. Ο Ακάκιος πέτυχε την ανατροπή της απόφασης μέσω νέας συνόδου στην Κωνσταντινούπολη το 360 μ.Χ., η οποία επικύρωσε εκ νέου την καθαίρεση και εξορία του.
Η επιστροφή του Κυρίλλου στα Ιεροσόλυμα πραγματοποιήθηκε το 361 μ.Χ., επί αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη, ο οποίος ανακάλεσε πολλούς εξόριστους επισκόπους για πολιτικούς λόγους. Ο Άγιος αφιερώθηκε τότε με ζήλο στην ποιμαντική του διακονία. Ωστόσο, μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, εξορίστηκε και πάλι από τον αυτοκράτορα Ουάλη, παραμένοντας μακριά από την έδρα του για έντεκα χρόνια. Μόνο μετά τον θάνατο του Ουάλη, το 378 μ.Χ., κατόρθωσε να επιστρέψει οριστικά στα Ιεροσόλυμα.
Ο Άγιος Κύριλλος εκοιμήθη ειρηνικά το 387 μ.Χ., αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο θεολογικό και ποιμαντικό έργο.
Κορυφαίο δημιούργημά του αποτελούν οι Κατηχήσεις του, συνολικά 23 λόγοι, οι οποίοι εκφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Διακαινησίμου εβδομάδας του 348 μ.Χ. στον Ναό της Αναστάσεως. Μέσα από αυτά τα κείμενα, ο Άγιος επιδίωξε αφενός να μυήσει τους κατηχούμενους στα βασικά δόγματα της χριστιανικής πίστης και στον ηθικό τρόπο ζωής, και αφετέρου να αποκαλύψει το βάθος των μυστηρίων της Εκκλησίας στους νεοφώτιστους.
Η σημασία των Κατηχήσεων είναι ανεκτίμητη, καθώς αποτελούν μία από τις πιο ολοκληρωμένες και ζωντανές περιγραφές της λειτουργικής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας. Με εντυπωσιακή ακρίβεια αποτυπώνουν το τελετουργικό, τα μυστήρια και την πνευματική εμπειρία της εποχής, παρουσιάζοντας μια εικόνα που διατηρεί αξιοσημείωτη συνέχεια με τη σύγχρονη ορθόδοξη λατρεία. Για τον λόγο αυτό, θεωρούνται πολύτιμη μαρτυρία της αποστολικής παράδοσης και της αδιάλειπτης συνέχειας της Εκκλησίας μέσα στους αιώνες.












